Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Προκλαμάτσια Ρεμπελίδικη στη γλώσσα του 1821


«Στ’ άρματα, λεβέντες. Με τα λάβαρά σας, ασλάνια (λιοντάρια). Με τα φλάμπουρά σας, σαΐνια μου (γεράκια μου). Χουγιάξτε (φωνάχτε) το ορέ. Ρίξτε τις μπαταριές (πυροβολισμούς) σας σε κάθε μαχαλά (γειτονιά). Ν’ ακούσει κάθε φαμελιά, κάθε κονάκι (σπίτι), κάθε οντάς (δωμάτιο). Να συναχτούν τ’ ασκέρια (στρατιές), τα μπουλούκια (αγήματα ατάκτων), οι ταϊφάδες (κάθε λογής ομάδες). Σ’ όλα τα βιλαέτια, σ’ όλους τους καζάδες (επαρχίες). Όχι χουζούρι πια. Όχι νταραβέρια με μουρτάτες (απίστους) Νισάφι οι τεμενάδες κι οι ριτζάδες (παρακλήσεις). Πόσο θα γκιζεράμε (τριγυρνάμε) στα βουνά και στα ρουμάνια (δάση), κι ως πότε θα νταγιαντούμε (ανεχόμαστε) και θα μπεζερίζουμε (αποκάνουμε). Ως πότε πια κιουλέδες (κούληδες, δούλοι) των χαραμήδων (χαραμοφάηδων κακοποιών). Να κινήσουν στο σεφέρι (εκστρατεία) τους τα φουσάτα (στρατεύματα) όλα. Να μάθει η Κονιαριά (Τουρκιά), να μάθει η Πόρτα (κυβέρνηση), το Ντοβλέτι (κράτος), το Ντιβάνι (το συμβούλιο) κι ο σουλτάνος, αγάδες, ντερβισάδες και χοτζάδες να το μάθουν, κατήδες (δικαστές) και τσοχανταραίοι (αξιωματικοί), μπουλουκμπασήσες και πασάδες, βοεβόδες και βαλήδες (διοικητές), τατάρηδες (ταχυδρόμοι), μπαϊρακτάρηδες (σημαιοφόροι) και νιζάμηδες (τακτικοί στρατιώτες), οι βασιβουζούκοι (άτακτοι στρατιώτες), οι ντουβλετήδες (οι κρατικοί υπάλληλοι) όλοι: Κάλλιο στη χάψη (φυλακή) να μας μπουζουριάσουν, στο μπουντρούμι, κάλλιο στη φούρκα (κρεμάλα) του τζελάτη (δήμιου) ή και στη σούβλα του, παρά να μαγαρίζονται στα χαρέμια οι γυναίκες μας, παρά ν’ αρπάζουν τα κουτσούβελά μας απ’ τη σαρμανίτσα (κούνια). Κουμάντο πια θα κάνει το μιλέτι (έθνος) μας. Τα μπουγιουρντιά (διαταγές) τους κι οι μουρασελέδες (έγγραφά) τους, των σκυλιών μας.

»Τα καριοφίλια (μακρύκανα) σας, ασίκηδές (λεβέντες) μου. Και το κουράγιο σας. Τα ντουφέκια σας. Τις μπιστόλες, τις ρόκες σας, καπεταναίοι. Τα κουμπούρια. Τα γιαταγάνια. Πάλες (σπαθιά) και παλάσκες (φυσιγγιοθήκες). Και χαντζάρια. Και το χαρμπί  (στιλέτο) του ο πασαένας. Το διμισκί (δαμασκηνό, απ' τη Δαμασκό) σπαθί του. Και το λάζο (λάσο) του. Και τους σουγιάδες. Τρομπόνια (ναυτικά κοντόκανα). Μιλιόνια (μακρύκανα). Τα μεδουλάρια (δοχεία λίπανσης) Την μπαρούτη. Τα κουρσούμια (σφαίρες) Τα φουσέκια (φυσίγγια) σας στους ντεστέδες (θήκες) τους. Τα κανόνια, να κρεμάσουμε τα κλειδιά των σπιτιών μας στην μπούκα τους. Τις μπόμπες. Τα τόπια (βλήματα). “Τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια, / τα τόπια δεξιά. Βρας!  (αλβανιστί, πυρ)”.

»Τη φουστανέλα. Τον ντουλαμά (πανωφόρι). Το σελάχι (ζώνη). Τη φέρμελη (γιλέκο). Τα τσαρούχια. Το φέσι με τη φούντα του. Το πόσι (κάλυμμα), να σκεπάζει τον τσαμπά (το μακρύ μαλλί). Τα τσαπράζια (σταυρωτό κόσμημα)  Καπότες (κάπες) κι αντεριά (χιτώνες). Και τις μπότσες (μπουκάλες) με το ρακί. Και τις μποτίλιες το κρασί, τις νταμιντζάνες. Και το τάσι (κύπελλο), να ’χουμε στο ορδί (στράτευμα) να πίνουμε και στα γιατάκια (καταλύματά) μας. Και τους ζουρνάδες. Πίπιζες και ταμπουράδες. Νταούλια, τουμπελέκια και μπουζούκια. Ούτι και νέι και λιογκάρι (ταμπουράς). Λαούτο, (ι)κίτελι (δίχορδο, τσίφτελι) και μπαγλαμά.

»Στο φαρί (άλογο) σας. Στο άτι σας, μπάλιο (άσπρο) ή ρούσο (κόκκινο). Στα χάμουρα (γκέμια) τον νου σας. Και στη σέλα. Στο μπρίκι (δικάταρτο ιστιοφόρο). Στη γαβάρα (τρικάταρτο). Στη γαλιότα (ελαφρύ κωπήλατο). Στο τσαμπέκο (πειρατικό). Στην κορβέτα. Στη φρεγάτα. Στο μπουρλοτιέρικο. Να πάει το αίμα ώς τα μπούνια. Στο καραούλι (σκοπιά). Στην ντάμπια (προμαχώνα). Στο μετερίζι (οχυρωμένη θέση). Στις βίγλες (παρατηρητήρια). Στα κάστρα. Στα καστέλια. Στους γουλάδες (κάστρα). Στα δερβένια (στενά). Στη βάρδια μας.

»Ανοίξτε όλοι το πουγκί σας. Τον μπεζαχτά (ταμείο) σας. Ο,τι ρουμπιέδες (χρυσά νομίσματα) κι ό,τι τάλιρα, ό,τι μαχμουτιέδες (χρυσά νομίσματα) και τζοβαϊρικά (κοσμήματα) και γρόσια, όσα καζαντίσατε (κερδίσατε), για την πατρίδα. Για τους λουφέδες (μισθούς) των παλικαριών. Για τον ζαϊρέ (εφόδια) και το μιντάτι (στρατιωτική ενίσχυσή) μας.

»(Επίθεση) Γιουρούσι. Γιούργια. Ρεσάλτο. Τέρμα οι κιοτήδες (δειλοί), τα τσιράκια (υπηρέτες) και τα τουρκοκόπελα. Η λευτεριά το ντέρτι μας και το μεράκι μας. Και το κιβούρι (φέρετρο) μας μόνος σεβντάς (έρωτας) και μόνο κασαβέτι (στενοχώρια) μας. “Να ’ναι μακρύ, να ’ναι πλατύ, για δυο, για τρεις νομάτους. / Να στέκω ορθός” –

κατασκευή
του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή 
με τίτλο «Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική»

φωτογραφίες όπλων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου