Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρήτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Χήρα δεντροβάτισσα (Cretan pruneress)


 Χήρα δεντροβάτισσα
κορφή δεν την τρομεύει,
γιατί 'μαθε στη μοναξά
τον φόβο να κλαδεύει!

Xήρα δεντροβάτισσα
μουρνιά αποκλαδίζει,
χανιώτισσα 'ναι η καρδιά
κορφή δεν τη φοβίζει!

Και βίτσες θα προμηθευτεί
ανέ κακοπαντήξει
στον δρόμο για το σπίτι τζη
κανείς δεν θα την πρήξει!


ΥΓ
από ανάρτηση του Αντρέα Χατζηπολάκη
η φωτογραφία από τους Λάκκους Χανίων

υπάρχει, λένε, στο βιβλίο Insight guides : Greece


Η χήρα μπήκε με αφορμή τα παρακάτω σχόλια

Γιώργος Μαυρογένης:
Και τη Μουρνια γνωρίζω και την αιγα και το αφεντικό τζη

βασιλης μαυρογενης:
Γιώργος Μαυρογένης μαλλον ειναι η Αφροδιτη η αδερφη του παππου σου. Ενα καλοκαιρι μεσημερι 1945 μου βαλε τις φωνες γιατι ηθελε να κοιμηθει. Εγω 12 χρονων συνεχισα οποτε τη βλεπω να ερχεται κατα πανω μου κρατωντας
 μια φορφωτηρα
Ημουνα στη μουρια απο κατω. Δινω ενα σαλτο ...και ανεβαινω απανω με προλαβε και μου δινει μια στο ποδι. Ακομη με πονει. Βρες μια φωτο της να τη βαλεις. Ηταν ωραια γυναικα και δεν παντρευτηκε νομιζω ο αρραβωνιαστικος της ειχε σκοτωθει το 22
________________________________

Λογικό είναι μια χήρα να αναπτύξει αρετές επιβίωσης 
σε ένα μοναχικό περιβάλλον

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

«Ψεύδη» Κρητών, 1) Θεοθάνεια 2) Συγκρητισμός, ερμηνεία & επαλήθευση


περίληψη για βιαστικά μάτια

ενώ είναι γνωστή
η αρχαία «απόδειξη»
 ψευδολογίας των Κρητικών
ως επινοητών ενός τάφου του Δία,
είναι άγνωστη η αληθέστερη απόδειξη
με τον καλούμενο υπ' αυτών συγκρητισμό,
της συναδέλφωσής τους απέναντι σε έξωθεν επίθεση,
μύθος που πλάστηκε πιθανόν
από κύκλους ιερέων, καλλιτεχνών, φιλοσόφων,
που επιδίωξαν να σταματήσουν 
τους εμφυλίους στη Δωρική Κρήτη,
πριν την οριστική Ρωμαϊκή Ειρήνη.

αναλυτικά

Θεοθάνεια, κατά τα θεοφάνεια,
μυστήριο θανάτου θεού
και μυστήριο φανέρωσης.
Εφόσον, λοιπόν, ένας θεός είναι αθάνατος,
ψέματα λεν οι Κρητικοί.

Τονίζει ο Κυρηναίος ποιητής και γραμματικός Καλλίμαχος:

Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται· καὶ γὰρ τάφον, ὦ ἄνα, 
σεῖο Κρῆτες ἐτεκτήναντο· σὺ δ᾽ οὐ θάνες, ἐσσὶ γὰρ αἰεί.

Οι Κρήτες πάντοτε ψεύτες· μέχρι και έναν τάφο σου, 
ω άνακτα, κατασκεύασαν· εσύ όμως δεν πέθανες,
είσαι παντοτινός.

Στον Ύμνο του στον Δία προσπάθησε
να προβάλει την αρκαδική παράδοση
που ήθελε ως τόπο γέννησης
το Λύκαιον όρος, στην Παρρασία, σύνορα με Μεσσηνία.
Και όμως τον διέψευσε η ελλειπής διολογία
των απογόνων των Αρκάδων,
 καθώς δεν ασχολούνται με τον Δία,
όσο οι διομανείς απόγονοι των Κρητών.

Λένε, και μοιάζει σωστό,
πως ο αντικρητισμός του Καλλίμαχου
έχει βαθύτερο στόχο τον άθεο ευημερισμό.
Ο Ευήμερος ήταν φιλόσοφος 
από τη Μεσσήνα Σικελίας,
που ταξίδεψε με αποστολή του Μακεδόνα βασιλιά
Κάσσανδρου στον Ινδικό ωκεανό,
και βρήκε ένα νησί, καλούμενο Παγχαία,
κατοικούμενο από Κρήτες μετανάστες,
που ζούσαν με διάφορες φυλές
και οργανωμένα σε κοινοκτημοσύνη,

Εκεί υπήρχαν και βωμοί θεών,
όπου αναγραφόταν
ότι ήταν άνθρωποι
που θεοποιήθηκαν.
Και έτσι έπλασε τον ευημερισμό.
Και ο Δίας, λοιπόν, θα ήταν ένας
επιφανής και σπουδαίος Κρητικός
που στην πορεία του χρόνου 
για κάποια πράξη του θεοποιήθηκε,
ενώ οι Κρητικοί διατηρούν τη μνήμη
του ήρωα τιμώντας τον τάφο του.

Αυτό δεν αρέσει στον ποιητή Καλλίμαχο,
γιατί του καταστρέφει τη μαγεία και την έμπνευση.
Στα αρχαία χρόνια, ο ποιητής ήταν και θεολόγος,
και εμπνεόταν από τις Μούσες, θεές και θεούς,
για να γράψει το έργο του.

Στην ουσία, όμως, ο Δίας δεν πεθαίνει στην Κρήτη
συνεχίζεται η λατρεία του, απλώς είναι διαφορετικός
ο Κρηταγενής Δίας από τον Ολύμπιο Δία,
καθώς ο πρώτος εμπλουτίζεται με στοιχεία
της Μινωικής θρησκείας,
από κάποιον αναγεννώμενο, βλαστικό, δενδρίτη θεό
που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε άνοιξη,
όπως ο Ϝέλχανος (Ουέλχανος/Βέλχανος)

Απλώς, η κρητική σκηνοθεσία
εστίασε και στο γεγονός του θανάτου,
καινοτομώντας με έναν Επιτάφιο, ή Κοιμώμενο Δία,
για να εξοικειώσει τους θρησκευτές
με τη διακοπή της ζωής,
και αυτό αποτέλεσε 
αφορμή παρεξηγήσεων.
Καλό ήθελε να κάμει η σκηνοθέτιδα Κρήτη
και βγήκε και κατηγορουμένη
στο στόχαστρο άθεων γραφίδων,
όπως ο Λουκιανός που ειρωνεύεται
στο έργο του «Ζευς τραγωδός»

 οἵ γε ἐκ Κρήτης ἥκοντες ἄλλα ἡμῖν διηγοῦνται, τάφον τινὰ κεῖθι δείκνυσθαι καὶ στήλην ἐφεστάναι δηλοῦσαν ὡς οὐκέτι βροντήσειεν ἂν ὁ Ζεὺς πάλαι τεθνεώς.

αυτοί, βέβαια, που έχουν έρθει απ' την Κρήτη άλλα μας λένε, τάφο εκεί δείχνουν
και στήλη έχουν στήσει, που λέει πως ο Δίας δεν μπορεί πια να βροντήσει,
αφού καιρό είναι πεθαμένος.

από την εποχή του Πυθαγόρα μαρτυρείται τάφος

Λέει ο Πορφύριος πως ο φιλόσοφος ανέβηκε στο Ιδαίον άντρον
(Ψηλορείτη) έκανε καθαρμούς και αφιέρωσε και γκράφιτι

ἐπίγραμμά τ' ἐνεχάραξεν ἐπὶ τῷ τάφῳ ἐπιγράψας 
‘Πυθαγόρας τῷ Διὶ’, οὗ ἡ ἀρχή· 
ὧδε θανὼν κεῖται Ζάν, ὃν Δία κικλήσκουσιν.

η άλλη εκδοχή ταφής είναι στο πλαγιασμένο κεφαλόβουνο
του Γιούχτα στις Αρχάνες, 
όπου και κάποιος τύμβος θα υπήρχε

Γράφει ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης

Στην Κρήτη, στα ριζοβούνια του Γιούχτα, κοντά στο χωριό Αρχάνες, στον νομό Ηρακλείου, υπάρχει μία γεωγραφική θέση που λέγεται «του Δία το Μνήμα» γιατί εκεί λένε πως ήταν ο τάφος του Δία! Άλλοι όμως λένε πως το Θεϊκό μνήμα ήταν στο χωριό Ζου (που πήρε το όνομα του από το «Ζευς»-«Ζους»-«Ζου») κοντά στα Ανώγεια. Λένε μάλιστα πως από την κορυφή του βουνού ο Δίας κατέβαινε συχνά κάτω στο χωριό και οι Ανωγειανοί όλοι θυμούνται συχνά τον Δία κι αν τους συμβεί κάποιο σπουδαίο γεγονός ο Ανωγειανός φωνάζει «Ζάνε Θεέ!» κι όταν ακούσουν κάποιο δυσάρεστο νέο, σηκώνουν τα χέρια ψηλά και φωνάζουν «Ηκούτε μου, Ζώνε Θεέ!» ή «Ηκούτε μου, για το θρόνος του Θεού!». Επίσης, στην επαρχία Αμαρίου, υπάρχει ένας κάμπος που λέγεται «Ζούκαμπος».

Τέλος επαλήθευσης,
οι Κρήτες, λοιπόν, επί τούτου δεν εψεύδοντο,
οι απόξω, απλώς, 
είχαν έλλειψη κρητογνωσίας!

Και πάμε στο δεύτερο ψέμα,
αληθινό ψέμα, όχι ψεύτικο,
και μάλιστα ασημείωτο στους πλείστους
των ερευνητών


Στο Περί Φιλαδελφείας από τα Ηθικά του Πλουτάρχου

Κρῆτες πολλάκις στασιάζοντες ἀλλήλοις καὶ πολεμοῦντες, ἔξωθεν ἐπιόντων πολεμίων διελύοντο καὶ συνίσταντο· καὶ τοῦτ᾽ ἦν ὁ καλούμενος ὑπ᾽ αὐτῶν ‘συγκρητισμός.

Οι Κρητικοί τις περισσότερες φορές στασίαζαν και πολεμούσαν 
μεταξύ τους, και όταν απέξω εισέβαλαν εχθροί 
σταματούσαν και συνασπίζονταν·
και αυτό ήταν που καλούσαν οι Κρητικοί συγκρητισμό.

Ο Πλούταρχος αναπαράγει ένα ψέμα,
επειδή τον βολεύει ο ιδεατός διδακτισμός του,
ένα ψέμα που έπλασαν κάποιοι Κρητικοί
για να ενώσουν το νησί,
και να πάψουν οι βεντέτες.

Ποτέ δεν εισέβαλε εχθρικός στρατός στην Κρήτη
μετά τους Δωριείς και πριν τους Ρωμαίους.
Θα είχε εισβάλει στην Κρήτη η Περσία,
αλλά δεν επέτρεψε η ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Υπάρχουν μόνο ξένοι μισθοφόροι που καλούνται
να βοηθήσουν τη μία πόλη 
να καταστρέψει την άλλη.

Το κοινό των Κρηταιέων,
είδος αμφικτυονίας,
διαπολιτικής ένωσης,
φτιάχτηκε μόλις το 330 π.Χ.
αλλά δεν άλλαξε τη μοίρα της Κρήτης

Μνημείο Αδερφοφαώματος στη Δωρική Κρήτη (220 π.Χ)
η καταστροφή της Λύττου

μέχρι που συνέβη η Ρωμαία Ειρήνη,
και η Κρήτη ησύχασε.

ΥΓ

Μπράβο στον Κρητικό επινοητή
που έπλασε την ιδέα του συγκρητισμού,
όμως δεν αρκεί να πλάθεις ιδέες,
αλλά και να τις κάνεις πράξη.
Αμέλησαν οι πρόγονοι
να συγκρητιστούν
σώματι και πνεύματι,
με αποτέλεσμα οι Ευρωπαίοι,
που από την Αναγέννηση
οδηγούν και επηρεάζουν
δραστικά την ελληνική γλώσσα,
άλλαξαν την έννοια
χρησιμοποιώντας το syncretism
αντί για syncerasm, συγκερασμό/ανάμιξη/συγκέρασμα,
(αρχαίο ρήμα συγκερράνυμι)
ιδίως θρησκειών, όπου και θεοκρασία λέγεται
η περίπτωση του Βελχάνιου Δία.
(Το κρασί από την κράση οίνου προέκυψε,
γιατί το πίναν νερωμένο)

Συμπέρασμα, κάθε φορά που Κρητικός και Κρητικιά
θα βλέπει τη λέξη συγκρητισμό
θα ανοίγει παρένθεση και νοητά θα γράφει
(υπέστημεν κλοπή της λέξεως από Ευρωπαίους συγγραφείς,
επειδή υπολειπόμασταν σε κοινοτικό πνεύμα αλληλεγγύης,
 γιαυτό ορκίζομαι να την πάρουμε πίσω,
και προσωπικά, εγώ, δεν θα ξαναστενοχωρήσω
τον εν Κρήτη και αλλού συνάνθρωπό μου!)


Απου κατέχει και μιλεί με ψόμα και με τρόπο,
κακά θηρία ηρεμεί και φόβο των αθρώπω!

ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός!


 η εικόνα από παρουσίαση βιβλίου
“Διός τάφος”: Κρήτη Σικελία, Μύθος – Ιστορική γεωγραφία

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Κρήτη 1363 - Αδέσποτη Πολιτεία



 ♫
Πότε θα διώξω τον λιοντή,
της Βενετιάς τη σπάθα,
το φορομπήχτικο θεργιό
που μας ορίζει δούκα,
και δεν μας δίνει ισότητα,
μα κατεργάζει τον λαό
σε έργα και γαλέρες
για το ταμείο δόγηδων;

Με τον Γραδόνικο θα βγω,
Βενιέρη και Καλλέργη,
και πολιτεία αδέσποτη
θα γίνει η Κρήτη όλη
με τ' Άγιου Τίτου τη βουλή,
θα ζήσομε αντάμα,
ορθόδοξοι, καθολικοί,
στης Κρήτης τ' άγιο θάμα,
πότε θα διώξω τον λιοντή;

~~~~~~~~

Μετά από συνέλευση στο ναό του Αγίου Τίτου, 8 Αυγούστου 1363,
9 του μήνα καταλαμβάνουν το Δουκικό Μέγαρο (Palazzo Ducale),
όπου προέδρευε ο δούκας Λεονάρδος Δάνδολος,
βόρεια απ' τα λιοντάρια-κρήνη Μοροζίνι
προς το πάρκο Θεοτοκόπουλου
http://infoidk.arch.duth.gr/27.pdf

η Κρήτη ανακηρύσσεται αυτεξούσια και ανάφεντη
«Πολιτεία αὐτοκρατής, ἀδέσποτος, 
ὑπό σεπτὴν προστασίαν Ἁγίου θαυματουργοῦ Τίτου, 
ἀποστόλου καὶ πάτρωνος τῆς νήσου ταύτης»

γλώσσα ορίζεται «ἡ ἱερωτάτη τῶν ἰθαγενῶν γραικική»

Υποσχέθηκαν ισότητα ορθόδοξων, καθολικών,
γεγονός που θα γιορτάστηκε την 25η Αυγούστου 1363
στο ναό του Αγίου Τίτου.

Το αίτιο της αποστασίας ήταν ότι η μητρόπολη
δεν αναγνώριζε ως ισότιμους τους Βενετούς της Κρήτης.
Αφορμή η έκτακτη φορολογία για τον καθαρισμό
και εκβάθυνση του λιμανιού του Χάνδακα.

Οι κεφαλές της επανάστασης ήταν 
ο Marco Gradenigo, που έγινε gubernator et rector Cretae
και ο Tito Venier, διοικητής στα Χανιά.
(σημερινά ελληνικά επώνυμα:
Δραγανιδάκης, Γραδενίγος, Δραγανίκος, Δραγανίγος,
και Βενιέρης, Βενιεράκης)
Μαζί τους συμμάχησε η οικογένεια
των Καλλέργηδων, κρητικών αρχοντορωμαίων.

Παρότι η επανάσταση κέρδισε στο εσωτερικό,
δεν μερίμνησε για συμμαχίες στο εξωτερικό,
και έτσι η Βενετία, αφού εξασφάλισε ότι
δεν θα υπάρξει βοήθεια στους αποστάτες,
(από τον Πάπα, τη Γένοβα, τη Νάπολη,
τη γαλλική Κύπρο, την Ουγγαρία μέσω Δαλματίας, 
την Κωνσταντινούπολη, και τους ιππότες της Ρόδου),
μάζεψε μισθοφόρους και με κοντοτιέρο (αρχηγό) έναν Βερονέζο,
εισέβαλε στο Παλαιοκάστρο Μαλεβιζίου, 7 του Μάη, 1364 
και 10 του μηνός επανακατέλαβε το Ηράκλειο.
τιμωρώντας και επικηρύσσοντας τους αποστάτες.

Έκτοτε η δεκάτη Μαΐου, ως ημέρα επανάκτησης
της Κρήτης, γιορταζόταν κάθε χρόνο
με ιππικούς αγώνες, κονταρομαχίες (γκιόστρες).
Φτιάχτηκε, μάλιστα, και τεχνητός κήπος,
μέσα από τον οποίο περνούσαν οι αξιωματούχοι
για να πάνε στο ναό του Αγίου Τίτου.

(Το προσκύνημα στον Άγιο Τίτο 
είχε εξισωθεί με τους Αγίους Τόπους
από τον πάπα Ιννοκέντιο Γ', 1198-1216.
Ο πρώτος ναός είχε χτιστεί από τον Νικηφόρο Φωκά)

Η επανάσταση, όμως, συνεχίστηκε 
με αφετηρία τον Μυλοπόταμο από τους Καλλέργηδες,
και διάφορους επικηρυγμένους κρητοβενετούς.
Τώρα η σημαία ήταν ο δικέφαλος αετός,
αλλά ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος δεν είχε
στρατεύματα να στείλει, παρά μόνο 
τον μητροπολίτη Αθηνών με τον τίτλο 
του Προέδρου της Κρήτης.

Η Βενετία αντέδρασε πείθοντας τον Πάπα
να κηρύξει ιερό πόλεμο και απονομή συγχώρεσης αμαρτιών
σε όποιον καθολικό πολεμούσε στην Κρήτη.
Μετά και τη σιτοδεία του 1365,
η πλάστιγγα έγειρε εις βάρος των επαναστατών,
που άντεξαν μέχρι και το 1367.
Ο μητροπολίτης πέθανε στη φυλακή.

Αυτή ήταν και η τελευταία σημαντική επανάσταση
στη Βενετική Κρήτη. Στα έγγραφα των κατακτητών
δεν θα γίνει πια λόγος για guerra publica occurente,
ανοιχτό δημόσιο πόλεμο.

Με τη δημοκρατία του Αγίου Τίτου δεν ήταν 
η πρώτη φορά που συνέκλιναν 
 κρητοβενετοί και κρητορωμαίοι.
Αυτό έγινε το 1299 μετά την επανάσταση
και τη συνθήκη του Αλεξίου Καλλέργη,
Pax Alexii Callergi, όπου εκτός από
τα μεγάλα προνόμια που πήρε,
επιτράπηκαν και οι μικτοί γάμοι.
Ο Αλέξιος έγινε τόσο φίλος με τους Βενετούς,
που το όνομά του γράφτηκε στη χρυσή βίβλο των ευγενών,
και στον σεισμό του 1303
διαφώνησε με όσους ήθελαν
να επαναστατήσουν.

Ένα βάσανο του λαού την εποχή της ενετοκρατίας,
ήταν ο καταναγκασμός των βιλλάνων (χωρικών)
να γίνουν κωπηλάτες στα κάτεργα/γαλέρες,
εξού και «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», λέγαν οι καπετάνιοι.
Η Βενετία ήταν ναυτική δύναμη,
και δεν της αρκούσε ο αριθμός αιχμαλώτων
για να γίνουν uomini da remo, άνθρωποι για κουπί.
Για να αποφύγει ένας χωρικός το κάτεργο,
θα έπρεπε να βρει αντισκάρο, αντικαταστάτη,
και ακριβά να τον πληρώσει.
Το χωριό Αντισκάρι από αντισκάρους θα χτίστηκε.
https://archive.patris.gr/articles/77733

Μετά την έναρξη της Ενετοκρατίας το 1210,
 και για εκατό περίπου χρόνια η Κρήτη διαιρέθηκε
σε εξαρχίες, σεξτέρια, κατά τα ονόματα συνοικιών της Βενετίας,
https://it.wikipedia.org/wiki/Ducato_di_Candia#/media/File:Crètevénitienne.png
μετά σε τέσσερα τερριτόρια, Χάνδακα, Ρεθύμνου, Χανίων και Σητείας

Τέλος, για το ριζίτικο «Πότε θα κάμει ξαστεριά»,
ένα τραγούδι βεντέτας κατά των αρχοντομουσούρων,
που πιθανόν θα τραγουδήθηκε και κατά των Βενετών,
βρίσκεται ήδη μασκαρεμένο το 1159
στο λόγιο ποίημα του φυλακισμένου Κερκυραίου Μιχαήλ Γλυκά,
όπου κόρακας κακόφημος, προάγγελος θανάτου

γονεῖς άτέκνους καθιστᾷ, 
τέκνα χωρὶς γονέων, 
ἐκ τῆς αγκάλης τῆς μητρός 
τό βρέφος άφαρπάζει, 
τό βρέφος άπεστέρησε 
μητέρος θηλαζούσης

http://georgakas.lit.auth.gr/dimodis/images/pdf/510.pdf

Συνήθως, ο λόγιος παίρνει λαϊκό υλικό 
και το φτιασιδώνει,
και όχι ο λαός από τον λόγιο.

Μια αρχαιότερη μορφή του,
δίχως ντουφέκια,
αλλά με σπαθιά και κοντάρια.

Χριστέ, να ζωνόμουν σπαθί 
και να ’πιανα κοντάρι, 
να πρόβαινα στον Ομαλό, 
στη στράτα τω Μουσούρω, 
να σύρω τ’ αργυρό σπαθί 
και το χρυσό κοντάρι 
να κάμω μάνες δίχως γιους,
 γυναίκες δίχως άντρες, 
να κάμω και μωρά παιδιά 
με δίχως τσι μανάδες.
https://rethemnos.gr/pote-tha-kami-xasteria-tou-k-g-m-sifaki/


Παράλληλα γεγονότα με την Επανάσταση του Αγίου Τίτου:

1342-1350, Ζηλωτές αυτόνομης Θεσσαλονίκης
https://en.wikipedia.org/wiki/Zealots_of_Thessalonica

1350-1355, Τρίτος Βενετο-Γενοβέζικος πόλεμος των στενών του Βοσπόρου
https://en.wikipedia.org/wiki/Venetian–Genoese_wars#War_of_1350–1355

1352-1357, Βυζαντινός εμφύλιος μεταξύ Παλαιολόγων και Κατακουζηνών
https://en.wikipedia.org/wiki/Byzantine_civil_war_of_1352–1357

1347-1352, Πόλεμος Νάπολης-Ουγγαρίας στην Αδριατική
https://en.wikipedia.org/wiki/Neapolitan_campaigns_of_Louis_the_Great

1354, Πτώση της Καλλίπολης 
και είσοδος των Οθωμανών στην Ευρώπη,
κάπου στα 1360 πτώση και της Αδριανούπολης
https://en.wikipedia.org/wiki/Fall_of_Gallipoli


πηγές
Ιστορία της Κρήτης, Θεοχάρη Δετοράκη
https://el.wikipedia.org/wiki/Δημοκρατία_του_Αγίου_Τίτου

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Κρητικός καημός σε φόρμα ιταλική θα γίνει κάποτε ταινία


Così va chi ha ventura
Έτσι βαδίζει όποιος έχει τύχη

quando chi penso me ne doglio assai
όταν το σκέφτομαι πονάω πολύ

che sempre servo
 που πάντα δουλεύω

e non esco de guai
και δεν φεύγω απ' τα βάσανα


Crepa tu in chisso mondo,
Σκάσε εσύ σ' αυτό τον κόσμο

e servi chisso e chillo quanto voi,
και δούλευε για τον ένα και τον άλλο,
όπως κάνετε εσείς

 senza ventura gli danni son tuoi
δίχως τύχη τα στραβά είναι δικά σου,
για τις ατυχίες ευθύνεσαι εσύ

~~~~~~~

Έτσι η τύχη πορπατεί
σκέφτομαι και πονάω,
που χρόνια κόσμο υπηρετώ
και βάσανα τρυγάω.

Πλάνταξε για τον κόσμο αυτό,
γίνου χίλια κομμάτια,
μα τύχη δύσκολα θα βρεις
σαν έρθουν τα μαντάτα.

~~~~~~~~~

(Ναπολιτάνα γραφή,
βίντεο από τη Γερμανική εκκλησία Αθηνών
με αναγεννησιακά φλάουτα που 'χουνε ράμφος,
flûtes à bec)
__

ποιητής ο Φραγκίσκος Λεονταρίτης, (1518-1572),
ο μοναδικός Έλληνας αναγεννησιακός συνθέτης,
και ο πρώτος μας συνθέτης σε πεντάγραμμο,
με διαφορά τριών περίπου αιώνων από τη επτανησιακή σχολή.

Ο πατέρας του, καθολικός ιερέας Νικόλαος Λεονταρίτης,
καταγόταν από το Λεοντάρι της Μεγαλόπολης,
το 1460 μετά την πτώση του Δεσποτάτου του Μυστρά,
είχε έρθει ο παππούς του πρόσφυγας στην Κρήτη.

Ο Φραγκίσκος ήταν το δεύτερο εξώγαμο τέκνο
του πατρός Νικολάου
με την ορθόδοξη Μαρία Σιμιλινοπούλα.
Πέρασε κάποιο διάστημα
μέχρι να καταφέρει ο πατέρας του
πληρώνοντας για παπική βούλα
να τον νομιμοποιήσει,
και να τον στείλει μαθητή στη Ρώμη,
και αργότερα να γίνει
οργανίστας και ιερέας στον Άγιο Τίτο,
εκεί που εφημέρευε.

Το 1544 κάηκε η εκκλησία,
και ο Φραγκίσκος μεταναστεύει στη Βενετία,
όπου προσλαμβάνεται ως μέλος της χορωδίας
με μισθό 60 δουκάτα τον χρόνο.
Για άγνωστο παράπτωμα για τρία χρόνια αφορίστηκε,
(ανθρωποκτονία,
αν ταυτιστεί με κάποιον Francesco Greco,
ή σχετικό με τον φιλοπροτεσταντισμό του)
τότε μετανάστευσε στην αυλή του φιλότεχνου
Αλβέρτου Ε' της Μπαβαρίας,
και εκεί έγραψε τα περισσότερα έργα του.

Μετά από πέντε χρόνια επέστρεψε στη Βενετία,
και μπλέχτηκε σε υπόθεση κατασκοπείας
μεταξύ του υπό ισπανική επιρροή Μιλάνου
και της πόλης του.
Αυτό τον οδήγησε σε οικονομική καταστροφή,
και έτσι επέστρεψε στην Κρήτη,
ώστε να πουλήσει χτήματα,
και να πληρώσει τους πιστωτές.

Λόγω κακοδιαχείρισης της ζωής
και της περιουσίας του,
δεν μπόρεσε να διασώσει ο ίδιος το όνομα
και το έργο του, μέχρι το 1980,
όταν ο φιλόλογος Νικολάος Παναγιωτάκης,
διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετία, ανακάλυψε σε βιβλίο του 1827,
να αναφέρεται κάποιος Francesco Londarit detto il Greco,
ο λεγόμενος Έλληνας. Έπειτα από έρευνα οκτώ ετών
κατάφερε να βρει τα έργα του και τόσα στοιχεία της ζωής του,
που από την εποχή του μόνο ο Ορλάντο ντι Λάσο τον ξεπερνά σε βιογραφία.

26 και 27 Αυγούστου του 1984 στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου
 ακούστηκε ξανά ο Λιονταρίτης στην πόλη του
με χορωδία του Γιώργου Ψαρουδάκη,
εδώ το 2014 στο τραγούδι της τύχης
με στολές της αστικής βενετσιάνικης Κρήτης


Μετά την ταινία Ελ Γκρέκο,
θα δούμε και τον Ιλ Γκρέκο κάποτε.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Κρητολιβυκός Λαβύρινθος στη Γόρτυνα


καλλιτεχνικό εργαστήρι εκεί
(ούτε καν ένα σύγχρονο μνημείο δεν υπάρχει)
γιατί η Γόρτυνα ήταν πρωτεύουσα
της Ρωμαϊκής συγκλητικής επαρχίας
Κρήτης καὶ Κυρήνης
Provincia populi Romani (του Ρωμαϊκού λαού)
 Cretae et Cyrenarum (Κυρηνῶν)
(67 π.Χ. -297 μ.Χ)
https://en.wikipedia.org/wiki/Crete_and_Cyrenaica

δυνατά και ελληνορωμαϊκά
με διασκευή του «Τι κι αν είσαι απ' τη Λιβύη;»
του επιγραφέντος ως Χαβαλεδιάρικου
(τούρκικα, havale μεταφορά βάρους
αράβικα, hawāla ανταλλαγή, επιταγή)
σε στίχους Μανώλη Ρασούλη
και μουσική Νίκου Ξυδάκη
από τον δίσκο Εκδίκηση της Γυφτιάς, 1978




Με Καλλίμαχο στα χείλη
πάμε πίσω στα παλιά,
για να φύγει το ρεζίλι
στα θαλάσσια ορυκτά.

Τι κι αν είσαι απ' την Κυρήνη
μουσουλμάνο και φτωχό,
πιασ' τα αρχαία σου να γίνει 
γλέντι χαρτογραφικό.

Με Κυρηναϊκή σοφία
με χορό, κρασί, φιλί,
γλέντα τη γεωμετρία
την Ερατοσθενική.

Τι κι αν είστε απ’ τη Λιβύη
Άραβες και Βέρβεροι,
πιάστε αρχαίο σας ταξίμι
να κομπλάρουν οι στρατοί,
επανελληνίσου μνήμη
μες στη φιλοσοφική.

Πες του Αρίστιππου να πείσει,
η Αρήτη να χαρεί,
ο Ηγησίας να μας ζήσει
κι ο Θεόδωρος να μπει.

Τι κι αν είστε απ’ τη Λιβύη
Άραβες και Βέρβεροι,
πιάστε αρχαίο σας ταξίμι
να κομπλάρουν οι στρατοί!

(όφου, και πώς θα μεταφραστεί
και στα αράβικα,
και στα βερβέρικα)


λοιπόν, άγνωστες λέξεις,
Κυρηνιώτες

1) Καλλίμαχος, επιγραμματιστής ποιητής από την Κυρήνη
 βιβλιοθηκάριος στην Αλεξάνδρεια (~ 310 - 240 π.Χ)
https://el.wikipedia.org/wiki/Καλλίμαχος

Τούτο το μνήμα που προσπερνάς
του Καλλιμάχου είν' απ' τη Λιβύη,
γνώριζε να τραγουδά καλά
το κόκκινο κρασί σαν ήταν στα ποτήρια
πάνω στο ρυθμό με τη συντροφιά
τότε να γελά.

Βαττιάδεω παρὰ σῆμα φέρεις πόδας
εὖ μὲν ἀοιδήν εἰδότος,
εὖ δ' οἴνῳ καίρια συγγελάσαι.

Του Βαττιάδη, από τη γενιά του Βάττου,
απόγονου του πρώτου Έλληνα οικιστή
στην Κυρήνη το 630 π.Χ., γιου του Σαντορινιού Πολύμνηστου
και της Μυλοποταμίτισσας Φρονίμης από την Αξό,
που έφυγαν από την Θήρα λόγω εμφύλιας διαμάχης.
(κατά τον Ηρόδοτο «Λίβυες γὰρ βασιλέα βάττον καλέουσι»
στη γλώσσα τους)


2) Ερατοσθένης, γεωγράφος, μαθηματικός
και βιβλιοθηκάριος στην Αλεξάνδρεια, (276 - 194 π.Χ.),
επινοητής του όρου Γεωγραφία και των παράλληλων κύκλων της υδρογείου. 
Ο πρώτος που υποστήριξε ότι η Γη είναι μια σφαίρα που βρίσκεται στο κέντρο του Σύμπαντος, το οποίο περιστρέφεται με συχνότητα εικοσιτεσσάρων ωρών. 
Γνωστότερος για τον πρώτο υπολογισμό της περιμέτρου της Γης
σε 39.690 χιλιόμετρα. (είναι 40.007,86)
https://el.wikipedia.org/wiki/Ερατοσθένης_ο_Κυρηναίος

3) Αρίστιππος, μαθητής του Σωκράτη, (435 – 355 π.Χ)
επέστρεψε μετά τον θάνατο του δασκάλου του
στην Κυρήνη, όπου ίδρυσε την Ηδονιστική Σχολή Φιλοσοφίας.
Πρωτεύον στη ζωή είναι η χαρά και απόλαυση με μέτρο και σύνεση,
χωρίς να θυσιάζεται για αυτά όμως η ελευθερία.
Προτιμούσε να ζει μέτοικος, παρά δέσμιος κάποιου κράτους.
Σε αυτούς που τον κατηγορούσαν για τη σχέση του με τη Λαΐδα

ἔχω [Λαΐδα], ἀλλ' οὐκ ἔχομαι· ἐπεὶ τὸ κρατεῖν
καὶ μὴ ἡττᾶσθαι ἡδονῶν ἄριστον, οὐ τὸ μὴ χρῆσθαι.

την έχω, δεν κατέχομαι από αυτήν,
γιατί το να είναι κανείς εγκρατής και όχι έρμαιο των ηδονών
αυτό είναι άριστο, και όχι η αποχή από αυτές.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αρίστιππος_ο_Κυρηναίος


3) Η κόρη του Αρήτη συνέχισε τη διδασκαλία του πατέρα της,
του έκανε εγγόνι τον Αρίστιππο τον λεγόμενο μητροδίδακτο,
επειδή διδάχτηκε φιλοσοφία από τη μητέρα του.

4) Ηγησίας ο Πεισιθάνατος (~290 π.Χ.)
που έπειθε ότι είναι προτιμότερος ο θάνατος από τη ζωή,
εφόσον δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την ευτυχία.
Γιαυτό και ο ενθαρρυντικός στίχος ο «Ηγησίας να μας ζήσει»
https://el.wikipedia.org/wiki/Ηγησίας_ο_Πεισιθάνατος

5) Θεόδωρος ο Άθεος, εξοριζόταν από διάφορες πόλεις
για τις απόψεις του. Στην Αθήνα αθωώθηκε με παρέμβαση
του κυβερνήτη και περιπατητικού φιλοσόφου
Δημητρίου Φαληρέα (317–307 π.Χ.)
https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόδωρος_ο_άθεος

ή

5) Θεόδωρος ο μαθηματικός  (465-398 π.Χ.)
που ασχολήθηκε με την ασυμμετρία
και τους άρρητους αριθμούς,
γνωστός για τη Σπείρα του Θεοδώρου,
μια γεωμετρική κατασκευή με βάση τις τετραγωνικές ρίζες
των θετικών ακεραίων αριθμών
https://en.wikipedia.org/wiki/Spiral_of_Theodorus



Το όνομα Λιβύη προέρχεται από τους Λίμπου,
αρχαία βερβερική φυλή που αργότερα κατακτήθηκε μεν από τους Έλληνες της Κυρηναϊκής, αλλά συνυπήρξαν μαζί τους.
https://en.wikipedia.org/wiki/Libu


The colonists married local women when they settled in Libya
https://books.google.gr/books?id=JgWDAgAAQBAJ&pg=PA22&lpg=PA22&dq=The+colonists+married+local+women+when+they+settled+in+Libya&source=bl&ots=WTRtSiGqba&sig=ACfU3U3jJaFPK3-GjbVJmfIW553_I-OINw&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwif7pzqmKbmAhUhWxUIHbDOBJEQ6AEwAHoECAcQAQ#v=onepage&q=The%20colonists%20married%20local%20women%20when%20they%20settled%20in%20Libya&f=false


Λέει ο Πίνδαρος
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=4&page=44

οὕτω δ᾽ ἐδίδου Λίβυς ἁρμόζων κόρᾳ 
νυμφίον ἄνδρα

έτσι έδινε ο Λίβυος ταιριαστό στην κόρη
νυμφίο

την έβαλε στην άκρη του τέρματος
και ο ταχύτερος γαμπρός που θα άγγιζε το πέπλο της
θα την νυμφευότανε


αφιέρωσαν κάποτε αγαλματένιο άρμα οι Κυρηναίοι στους Δελφούς,
ο ηνίοχος ήταν η Κυρήνη (στη μυθολογία Θεσαλλιώτισα νεράιδα, κυνηγάρισσα
που σε μία εκδοχή σκότωσε ένα λιοντάρι που ρήμαζε την Κυρηναϊκή
και έδωσε έτσι το όνομά της) και πάνω στο άρμα
στεφάνωνε τον Βάττο η Λιβύη

ἡνίοχος μὲν τοῦ ἅρματός ἐστι Κυρήνη, ἐπὶ δὲ τῷ ἅρματι Βάττος τε καὶ Λιβύη στεφανοῦσά ἐστιν αὐτόν: ἐποίησε δὲ Ἀμφίων Ἀκέστορος Κνώσσιος.

ενώ να βάζουν τέσσερα άλογα στα άρματα
έμαθαν οι Έλληνες από τους Λίβυους, λέει ο Ηρόδοτος

τέσσερας ἵππους συζευγνύναι παρὰ Λιβύων οἱ Ἕλληνες μεμαθήκασι


και άγνωστη νεότερη μετοικεσία
προς τον νότο
από ελληνόφωνους Κρητικούς
στα χρόνια των παπούδων μας


Λιμάνι της Κυρήνης είναι η Απολλώνια, όπου το 1897, την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου στην Κρήτη, μια από τις ομάδες μουσουλμάνων κρητικών που εγκατέλειψαν το νησί, βρήκε καταφύγιο δίπλα από τα ερείπια της αρχαίας πόλης και έκτισε το χωριό Σούσα. Ακόμα και σήμερα, οι μεγαλύτεροι μιλούν σχεδόν απταίστως την ελληνική γλώσσα και μάλιστα με κρητικό ιδίωμα και ονειρεύονται την Κρήτη που άκουσαν από τους παππούδες τους.
https://www.tovima.gr/2011/03/08/world/i-libyi-twn-ellinwn/

Εκεί τραγουδήσαμε και κρητικά τραγούδια του αρραβώνα, ακολουθούμενα από αυθόρμητα χειροκροτήματα. Οταν ρώτησα αν θα ανέβει επάνω και ο γαμπρός για τον αρραβώνα, μου απάντησαν: «Οοοϊ, ο γαμπρός δεν χρειάζεται! Επαέ τον αρραβώνα κάνει η πεθερά!». Φεύγοντας από το σπίτι οι γυναίκες μάς αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν. Καμιά τους δεν έχει έρθει στην Ελλάδα, και όμως την αγαπούν και μιλούν τη γλώσσα των παππούδων τους. Εύχονταν μέσα από την ψυχή τους να ξανανταμώσουμε. Μακάρι…
https://www.tovima.gr/2010/09/12/world/b-libyi-b-br-to-makry-taksidi-twn-ellinwn-stin-kyrinaiki/


Είναι και δικοί τους
και δικοί μας πρόγονοι,
αλλά ποιο Υπουργείο Πολιτισμού 
θα τολμήσει να το πει...
για να πάρουν θάρρος μετά 
τα άλλα υπουργεία
να βρουν
πού θα ψαρεύουν 
και πού όχι!

...οι απόγονοι του Ερατοσθένη...
και δεν μπορούν να δημιουργήσουν
ένα χάρτη και μια ιστορία
συνύπαρξης...

ας γράψουν πρώτα στο βιβλίο Γεωγραφίας
πως η Ελλάδα συνορεύει με Λιβύη και Ιταλία,
(με την οποία δεν έχουμε ορίσει τα σύνορα)
και μετά ας πάνε και στα δύσκολα

Και κλείνω το ελληνολιβυκό φεστιβάλ στη Γόρτυνα
με οριεντάλ νεοκυματική σύνθεση
από τον κιθαρίστα Νάσερ Ελ Μιζντάουι
https://en.wikipedia.org/wiki/Nasser_el-Mizdawi




The Libyan Melodies,
δίσκος που κυκλοφόρησε από την ελληνική EMI-Columbia το 1983
(ελληνοαραβικές δισκογραφικές συμφωνίες των σέβεντις)

ΥΓ

Όταν δεν εξορύσσεται
όμορφα η ιστορία,
κι αραχνιασμένη κάθεται
στα τουριστομουσεία,
τότε θα έρθει τούρκικο
σήριαλ να σου μάθει
πώς να μιλείς στον γείτονα
και πώς κάνεις παζάρι,
όποιος ειν' ακοινώνητος
και περιμένει λύση,
των προστατών αμέλεια
θα τον γηροκομήσει!

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Πατούχας, δραπέτης βοσκός από Αγιοραβδίτικο Κρυφό Σχολειό



μαρτύρια και μαρτυρίες
 της παιδευτικής Αγίας Ράβδου στα Κρυφά Σχολειά,
του Αναγκαστικού Ξύλου της Γνώσεως
 που βγήκε απ' την Παράδεισο
και εδίδασκε πάλαι ποτέ
γράμματα παιδεμένα


εισαγωγικά απανθίσματα



Παροιμίες Σολομώντος 22,15   

ἄνοια ἐξῆπται καρδίας νέου, ῥάβδος δὲ καὶ παιδεία μακρὰν ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Αμυαλιά απ' την καρδιά του νέου έχει ξεσπιθίσει,  επειδή η παιδαγωγική ράβδος και η αυστηρή διαπαιδαγώγηση βρίσκονται μακριά του.


Παρ. 13,24    ὃς φείδεται τῆς βακτηρίας μισεῖ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ὁ δὲ ἀγαπῶν ἐπιμελῶς παιδεύει.

Το ραβδί του όποιος τσιγγουνεύεται, μισεί τον γιο του, μα αυτός που τον αγαπά επιμελώς τον εκπαιδεύει.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Paroimiai/Paroimiai_kef.10-15.htm#kef.13

___

Ὁ δὲ βασιλεὺς Θεοδόσιος ὀργισθεὶς ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ ἀπεκρίθη βλοσυρῷ τῷ βλέμματι πρὸς Ἀρσένιον λέγων· “Σὺ καθιστᾷς αὐτοὺς βασιλεῖς· οὐχ ὡς δούλους παρέδωκά σοι αὐτούς;

Και ο βασιλιάς Θεοδόσιος οργισμένος που ο δάσκαλος στεκόταν και τα βασιλοπαίδια κάθονταν, είπε βλοσυρά κοιτάζοντας τον Αρσένιο ««Εσύ τους κάνεις βασιλιάδες;; δεν σου τους παρέδωσα για δούλους;;»

[...]
εἰ δὲ μὴ ἔχωσι τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, εὔχομαι αὐτῷ, μᾶλλον ἐκριζωθῆναι αὐτοὺς νηπιόθεν· κρεῖσσον ἡγοῦμαι τεθνάναι αὐτοὺς εὐσεβῶς ἢ βασιλεύειν ἀσεβῶς

Αν δεν έχουν φόβο Θεού, εύχομαι να τα ξεκάμω από μικρά παιδιά, καλύτερα νομίζω να πεθάνουν με ευσέβεια παρά με ασέβεια να βασιλεύουν.
[...]

Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν εὑρὼν ὁ ἅγιος Ἀρσένιος τὸν Ἀρκάδιον περιπεσόντα εἰς παι̣δικὸν πταῖσμα, ἐνέγκας καὶ ἐμβριμησάμενος ἐπιτίθησιν αὐτῷ δεινὴν πληγὴν, ὥστε σχεδὸν ἕως θανάτου τοὺς τύπους τῶν πληγῶν φέρειν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ.

Μια μέρα λοιπόν πέτυχε ο άγιος Αρσένιος τον Αρκάδιο να έχει πέσει σε παιδικό πταίσμα, αφού τον άρπαξε και τον κατσάδιασε τον ξυλοφόρτωσε τόσο, ώστε σαν να πέθαινε υπέφερε το παιδί απ' τις πληγές στο σώμα του.

Γεωργίου Μοναχού ή Αμαρτωλού Χρονικόν Σύντομον
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/Georgius%20Hamartolus_PG%20110/Chronicon%20breve.pdf


....θα κρύβονταν αυτή η παιδαγωγική μας και θα ήταν άγνωστη μέσα στις δίπλες των αιώνων, χωρίς να δώσει λόγο των πράξεων της στην Ιστορία....(Χρήστος Χριστοβασίλης συγγραφέας-δημοσιογράφος, κρυπτοσχολικώς πεπαιδευμένος στην οθωμανική Ήπειρο)



ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ, ΠΑΤΟΥΧΑΣ
(Βιάννος Ηρακλείου,  ~1870)




Ὁ Μανώλης, ὁ ἐπονομασθεὶς οὕτω Πατούχας, εἶχε δείξει ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας τόσην ἀγάπην πρὸς τὴν ποιμενικὴν ζωήν, ὥστε μετὰ δυσκολίας τὸν ἀπέσπασεν ὁ πατήρ του ἀπὸ τὰ πρόβατα, διὰ νὰ τὸν παραδώσει εἰς τὸν διδάσκαλον, ἕνα καλόγηρον, ὅστις πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἀνοίξει σχολεῖον, ὅπου ἔδιδε περισσοτέρους ραβδισμοὺς παρὰ μαθήματα. Ὁ καλόγηρος ἐδίδασκε τὰ κοινὰ ἤ ἐκκλησιαστικὰ λεγόμενα γράμματα καὶ κατήρτιζεν ἀναγνώστας, δυναμένους νὰ ψάλλουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ φέροντας εἰς τὴν ζώνην, ὡς ἔμβλημα τῆς ἀξίας των, τὸ μακρὸν ὀρειχάλκινον καλαμάρι. Ἀλλ' εἰς διάστημα δεκαπέντε ἡμερῶν ὁ Μανώλης δὲν κατώρθωσε νὰ μάθῃ τίποτε περισσότερον απὸ τὴν φράσιν «Σταυρὲ βοήθει», τὴν ὁποία προέτασσον τότε τοῦ ἀλφαβήτου. Ὁ δὲ διδάσκαλος, ἀφοῦ εἰς μάτην ἐξήντλησεν ἐναντίον του ὅλας τὰς δευτερευούσας τιμωρίας καὶ ἔσπασεν εἰς τὴν ράχην του δεκάδας ράβδων, ἐδοκίμασε καὶ τὸν περιβόητον φάλαγγα. Ὁ Μανώλης, ὅστις εἶχε φοβεράν ιδέαν περὶ τοῦ διδακτικοῦ τούτου κολαστηρίου, ἀντέταξεν ἀπελπιστικὴν ἀντίστασιν ἀλλ' ὁ καλόγηρος, βοηθούμενος ὑπὸ τῶν πρωτοσκόλων (των αρίστων), κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ τὰς γυμνάς του κνήμας εἰς τὸν φάλαγγα καὶ νὰ τοῦ μετρήσῃ εἰς τὰ πέλματα παρὰ μίαν τεσσαράκοντα. (39)

Τὸ παιδίον αἱμάσσον τοὺς πόδας, ὠρκίσθη νὰ μὴ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν κόλασιν ἐκείνην. Ἀλλά καὶ ὁ πατήρ του εἶχεν ὀρκισθεῖ «νὰ τὸν κάμῃ ἄνθρωπον»· δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ τὸ παιδί του, ὅπως αὐτός, ξύλον ἀπελέκητον καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τὸν ὠδήγησε διὰ τῆς βίας εἰς τὸ σχολεῖον, κλαίοντα καὶ ἰκετεύοντα, καὶ ἔδωκε πρὸς τὸν διδάσκαλον τὴν φοβερὰν παραγγελίαν: «Μόνο τὰ κόκαλα γερά, δάσκαλε». Ὁ δάσκαλος ἠκολούθησεν εὐσυνειδήτως τὴν πατρικὴν ἐντολήν, ἀλλ' ὁ Μανώλης, ὁ ἀμεσότερον ἐνδιαφερόμενος, δὲν συνεμερίζετο τὴν γνώμην τοῦ πατρός του· καὶ μίαν ἡμέραν ἐκσφενδονίσας κατὰ τοῦ δασκάλου τὴν ἐπὶ καλάμου προσηρμοσμένην φυλλάδα, ἐτράπη εἰς φυγήν. Ἀντὶ δὲ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πατρικὴν οἰκίαν, ὁπόθεν θὰ ὠδηγεῖτο πάλιν τὴν ἐπιοῦσαν πρὸς τὸν φοβερὸν καλόγηρον, ἐτράπη τὴν πρὸς τὰ ὄρη ἄγουσαν καὶ μετά τινας ὥρας εὑρίσκετο εἰς τὴν μάνδραν τοῦ πατρός του.

Ὅταν ἔφθασεν ἐκεῖ ἐπάνω, ἐν μέσῳ τῶν γνωρίμων βουνῶν, τῶν γνωρίμων δένδρων καὶ τῶν γνωρίμων ζώων, τῶν μόνων του ἀληθινῶν γνωρίμων καὶ φίλων, τὸν κατέλαβεν ἡ συγκίνησις καὶ ἡ χαρά του ἀνθρώπου του ἐπιστρέφοντος εἰς τὴν πατρίδα του, τὴν ὁποίαν δὲν ἤλπιζε νὰ ἐπανίδῃ. Καὶ θὰ ἐχοροπήδα ὡς τρελός, ἄν δὲν ἐμετρίαζε τὴν χαράν του ὁ φόβος, ὅτι ὁ πατήρ του θὰ ἤρχετο, διὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ σχολεῖον. Ἡ ἐπιμονὴ αὕτη τοῦ ἐφαίνετο τελείως ἀδικαιολόγητος. Τί τὰ ἤθελε τὰ γράμματα, ἀφοῦ ἔτσι ἦτο τόσον καλά, τόσον εὐχαριστημένος; Αὐτός ὅ,τι ἐπεθύμει διὰ νὰ εἶνε εὐτυχής, τὸ εἶχε· ἤθελε νὰ εἶνε βοσκὸς καὶ ἦτο βοσκός. Διατί τὸν ἀπέσπασαν απὸ τὴν εὐτυχίαν του καὶ τὸν κατεδίκασαν νὰ κάθεται ἐπὶ ὥρας ἀκίνητος, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν βλοσυρῶν βλεμμάτων ἑνὸς κακοῦ ἀνθρώπου, μεταξὺ τεσσάρων τοίχων; Διὰ νὰ μάθῃ γράμματα; Τί νὰ τὰ κάμῃ τὰ γράμματα; Αὐτὸς πάντοτε θὰ ἐγίνετο βοσκὸς καὶ κανεὶς απὸ τοὺς βοσκοὺς ποὺ ἐγνώριζε δὲν ἦτο γραμματισμένος. Εἶχεν ἄλλως σχηματίσει πεποίθησιν ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ μάθῃ γράμματα. Τὰ εἶχε πάρει ἀπὸ φόβον. Ἔπειτα ὁ τρόμος, τὸν ὁποῖον τοῦ ἐνέπνευσεν ὁ δάσκαλος, τοῦ ἔφερε τοιαύτην ταραχήν, ὥστε παρέλυεν ἡ μνήμη καὶ γλῶσσα τοῦ ὁμοῦ. Διὰ νὰ συνηθίσῃ νὰ μὴ λέγῃ τὸ Α ἄφλα, ἔφαγε ἀμέτρητα χαστούκια· ἅμα δ' ἐμάνθανεν ἕν τῶν γραμμάτων τοῦ ἀλφαβήτου, ἐλησμόνει τὸ προηγούμενον καὶ ἅμα ἤρχετο πλησίον τοῦ ὁ δάσκαλος, τὰ ἐλησμόνει ὅλα ἤ ἔλεγεν ἄλλ' ἀντ' ἄλλων.

Καὶ ὅμως αὐτός, ὅστις δὲν κατώρθωνε νὰ μάθῃ τὰ εἰκοσιτέσσερα γράμματα, ἐγνώριζεν ὅλα τῶν τὰ γιδοπρόβατα ἕνα ἕνα· καὶ δὲν εἶχαν λίγα. Πῶς συνέβαινεν, ὡς βοσκόπουλον νὰ εἶνε ξεφτέρι, καὶ εἰς τὸ σχολεῖον ν' ἀποσβολωθ ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ διαφέρῃ ἀπὸ τὸ σκαμνὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκάθητο; Ἠμποροῦσαν τ' ἄλλα παιδιὰ νὰ σφυρίξουν σὰν αὐτὸν καὶ νὰ ρίξουν τὴν πέτρα μακρύτερα «αποβοσκιστή»; Ἤξερε κανεὶς σὰν αὐτὸν τα σημάδια τῶν γιδοπροβάτων; Αὐτὸς καὶ τῶρα, ἄν τὸν ἄφηναν, ἦτο ἱκανὸς ν' ἀρμέξ καὶ νὰ τυροκομήσῃ ἀκόμη.

Ὅταν ἐπανῆλθεν εἰς τὰ βουνά του, σἂν νὰ ἔφυγε μία ὀμίχλη σκοτεινὴ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλόν του καὶ ἕνα βάρος ποὺ ἐδέσμευε τὰ μέλη του. Τοῦ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο ἐλεύθερος, ὅπως τὰ πουλιὰ ποὺ ἐπετοῦσαν γύρω του.

Ἐπαναβλέπων τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀδελφούς του, ποτέ δὲν ἠσθάνθη τὴν χαράν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο ἐπαναβλέπων τῶρα τὰ γνώριμα μέρη, τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας, αἵτινες τὸν προσέβλεπον μὲ μίαν ἐνατένισιν εὐχαρίστου ἐκπλήξεως, ὡς νὰ τοῦ ἔλεγον: «Καλῶς τονε! τί μᾶς ἔγινες τόσον καιρόν;» Καὶ μὲ γενικὸν κωδωνισμὸν ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἐώρταζαν τὴν ἐπάνοδόν του. Ἡ ἀληθινή του οικογένεια ἦσαν τὰ ἄκακα ἐκεῖνα ζώα καὶ τ' ἀκόμη ἀγαθότερα δένδρα, καὶ οἱ βράχοι, καὶ τ' αγριολούλουδα ποὺ τοῦ ἀπηύθυνον, ἔλεγες, φιλικὸν χαιρετισμόν, ὅπως ἐσείοντο εἰς τοὺς κρημνούς. Ὅλα, ζωντανὰ καὶ ἄψυχα, τοῦ ἐγελούσαν μὲ στοργήν, τὴν ὁποίαν μόνον εἰς τὸ μητρικὸν ἵσως πρόσωπον ἔβλεπε. Καὶ αὐτοὶ οἱ κόρακες, οἵτινες διήρχοντο, κρώζοντες ὑψηλὰ εἰς τὸν ἀέρα, τοῦ ἐφαίνοντο φίλοι.

Οἱ σκύλοι τῆς μάνδρας εἶχαν σπεύσει εἰς προϋπάντησίν του, τρελοὶ ἀπὸ χαράν. Ὅταν δὲ συνηντήθησαν, ὁ Μανώλης ἐκυλίσθη μετ' αὐτῶν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀποδίδων τὰς θωπείας, ὡς σκύλαξ, καὶ ὁμιλῶν πρὸς αὐτούς ὡς νὰ ἦσαν ἄνθρωποι:

— Ἐσεῖς ἐλέετε πῶς δὲ θὰ ξανάρθω στὰ ὠζά, αἴ; Κἐγὼ τὸ φοβήθηκα. Αἴ, μωρὲ παιδιά, κακὰ ποὖνε στὸ χωριό, σὰ σὲ βάλουνε καὶ στὸ σκολειό! Κατέχετε εἶντά 'ναι τὸ σκολειό; Ἕνα σπίτι ποὺ πᾶνε κάθε μέρα τὰ κοπέλια κἐκ' εἶν' ἕνας καλόγερος, ποὺ τόνε λένε δάσκαλο, καὶ τὰ δέρνει.

Ἀπὸ εὐνόητον λεπτότητα, ὁ υἱὸς τοῦ Σαϊτονικολὴ ἀπέφυγε νὰ διηγηθ πρὸς τοὺς φίλους του, τὸ ταπεινωτικόν ἐπεισόδιον τοῦ φάλαγγα. Ἐξέφρασε μόνον πρὸς αὐτούς τὴν ἐναντίον του καλογήρου ἀγανάκτησίν του καὶ εἶπεν ὅτι βέβαια, ἄν τὸν συνήντων καμμίαν ἡμέραν, θὰ τοῦ τὸν ἐσυγύριζαν καλὰ μὲ τὰ δόντια των.

Ὡς προέβλεπεν ὁ Μανώλης, ὁ πατήρ του μετέβη εἰς τὴν στάνην, μὲ σκοπὸν νὰ τὸν ὲπαναφέρῃ διὰ τῆς πειθοῦς ἤ καὶ διὰ τῆς βίας εἰς τὸ σχολεῖον. Μετέβη πολλάκις, ἀλλ' εἰς μάτην ἐκοπίασεν. Ἅμα τὸν ἔβλεπεν ὁ Μανώλης, ἔφευγεν ὡς ἀγρίμι, καὶ ἐκραύγαζε κλαίων:

— Δὲ θέλω γράμματα! Δὲ θέλω!

Ἐφοβέριζε δὲ ὅτι, ἄν ὁ πατέρας του ἐπέμενε, θὰ ἔπεφτε νὰ σκοτωθ εἰς τὴν παρακειμένην χαράδραν.

Καὶ εἶχε τόσην εἰλικρίνειαν εἰς τὴν φωνὴν καὶ τόσην ἀποφασιστικότητα εἰς τὸ βλέμμα, ὥστε ὁ Σαϊτονικολὴς ἐφοβήθη ὅτι, ἄν ἐπεχείρει νὰ μεταχειρισθ βίαν, θὰ ἐξετέλει τὴν ἀπειλήν του. Ἐπὶ τέλους δὲ ἀπελπισθείς, τὸν ἀφῆκε στὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ. Θέλω, παιδί μου, νἄχῃς χίλια πρόβατα, μὰ σὰ δὲ θὲς ἐσύ, οὐρὰ μὴν ἀποστάξῃς*. Καὶ θὰ δοῦμε ποιὸς θὰ τὸ μετανοιώσῃ.

Εἰς τήν ἐρημίαν, εἰς τὴν σιγὴν τῶν βουνῶν καὶ τῶν χειμαδίων, ὁ Μανώλης δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐξαγριωθ τελείως. Εἰς τοῦτο δὲ συνετέλεσε μεγάλως καὶ ἡ φοβερὰ ἀνάμνησις τοῦ σχολείου. Ὁ φόβος, ποὺ τοῦ ἐνέπνευσεν ὁ δάσκαλος, μετεβλήθη εἰς γενικὴν ἀνθρωποφοβίαν. Ἐφοβείτο μὲ τὸ δέος τοῦ ἀγρίου ζώου καί, ὅπως τοῦτο, ἅμα ἔβλεπεν ἄνθρωπον, ἦτο ἕτοιμος νὰ τραπ εἰς φυγὴν καὶ νὰ κρυβ. Οἱ μόνοι ἄνθρωποι τοὺς ὁποίους δὲν ἐφοβεῖτο ἦσαν οἱ σύντροφοί του, ποιμένες καὶ τυροκόμοι, ἡμιάγριοι, ὡς αὐτός. Ἀλλ' ἑνὼ οὗτοι κατέβαινον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς τὸ χωριό, διὰ νὰ ἐκκλησιάζωνται καὶ μεταλαμβάνουν, ὁ Μανώλης οὐδὲ τὴν ἀνάγκην ταῦτην ἠσθάνετο. Ἀπὸ τὴν θρησκείαν διετήρει μίαν ἰδέαν στοιχειώδη καὶ ἀμυδράν. Ἐγνώριζε συγκεχυμένα τινὰ περὶ Κολάσεως καὶ Παραδείσου, ἤξευρε τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀξιοθρηνήτως στρεβλωμένα, ἀλλ' ἡ προσευχή του συνίστατο κυρίως εἰς σταυροὺς καὶ γονυκλισίας. Ὅταν ἤστραπτε κἐβρόντα, ἐσταυροκοπεῖτο ἔμφοβος, ψιθυρίζων: «Μήστητί μου, Κύριε, μήστητί μου Κύριε!» Διότι τὴν βροντήν ἐθεώρει ὡς τὴν ἀπειλὴν τῆς θείας αγανακτήσεως, ὅπως εἰς τὴν χαρμονὴν τῆς ἀνθισμένης καὶ φωτολουσμένης φύσεως ἔβλεπε τὸ μειδίαμα τῆς θείας ἀγαθότητος. Ὁ Θεός του ἦτο γέρων πελώριος, μὲ βαθὺν λευκὸν πώγωνα καὶ δασείας ὀφρύς, κατοικῶν εἰς τὸν εὐρὺν οὐρανόν, ὁπόθεν τὸ ὀργισμένον του βλέμμα διέχυνε τὴν φρικαλέαν ἀστραπὴν μεταξὺ τῶν νεφῶν.

Δὲν ἐλύπησε τόσον τοὺς γονεῖς του ἡ ἐγκατάλειψις τῶν μαθημάτων, ὅσον τοὺς ἀνησύχει ἡ λήθη τῶν θρησκευτικῶν του καθηκόντων. Ἔτος καὶ πλέον εἶχε παρέλθει ἀπὸ τῆς ἀποδράσεώς του καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο οὔτε ἐκοινώνησεν, οὔτε ἐλειτουργήθη εἰς ἐκκλησίαν. Καὶ ἔφτυσεν αἷμα ὁ πατέρας του διὰ νὰ τὸν πείσῃ νὰ μεταβ εἰς τὸ χωριό, ἁπλώς καὶ μόνον διὰ νὰ μεταλάβῃ. Τοῦ ἔδωκεν ὑποσχέσεις, τὸν ἐφοβέρισεν ὅτι θὰ ἐκολάζετο, τοῦ εἶπεν ὅτι ἡ μητέρα του ἔκλαιεν, ἐπιθυμοῦσα νὰ τὸν ίδῃ, ἀλλ' ἔμεινεν ἀμετάπειστος· μόνον δὲ ὅταν τοῦ εἶπεν ὅτι, ἐπιμένων νὰ μὴ πηγαίνῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ νὰ μὴ μεταλαβαίνῃ, θὰ ἐγίνετο Τούρκος, διότι καὶ οἱ Τούρκοι οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν πηγαίνουν, οὔτε μεταλαβαίνουν, ἤρχισε νὰ σκέπτεται καὶ ἐπὶ τέλους συγκατένευσεν.

Εἰς τὸ χωριό κατέβη νύκτα καὶ τὸ πρωὶ μεταβὰς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐλούφαξεν εἰς μίαν γωνίαν, ὡς λαγός, ὅστις αἰσθάνεται τὸν γύπα περιϊπτάμενον, ἀφοῦ δ' ἐκοινώνησεν, ἀνεχώρησεν ἀμέσως εἰς τὰ ὄρη. Βαθμηδὸν ὅμως ἀνεθάρρησεν, καὶ κατέβαινε δύο καὶ τρεῖς φορὲς τὸ ἔτος, διὰ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Διετήρει ὅμως πάντοτε τὴν νευρικὴν ἀνησυχίαν καὶ τὸ σπινθηροβόλημα τῶν ὀφθαλμῶν θηρίου ἀτελῶς δαμασθέντος.

Εἰς τὴν βαθμιαίαν ταῦτην ἐξημέρωσιν συνετέλεσαν πρὸ πάντων αἱ προσπάθειαι τῆς μητρός του, ἥτις συνοδεύουσα αὐτὸν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὸν ἐδίδασκε πὼς νὰ φέρεται. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ἐπρεπε νὰ μένῃ ἐπ' ὀλίγον εἰς τὴν αὐλὴν τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ χαιρετᾶ τοὺς χωριανούς, θέτων τὸ χέρι ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ ὑποκλίνων τὴν κεφαλήν: «Καλὴ μέρα τσ' ἀφεντιᾶς σας». Ἔπειτα ν' ἀκροάται τοὺς χωριανοὺς συζητοῦντας καὶ λύοντας τὰς διαφοράς των, ἐνώπιον τῶν προεστῶν, «γιὰ νὰ παίρνῃ πράξι». Εἰς τὸ τέλος δέ, ὅταν θὰ ἐξήρχετο ὁ παπάς, νὰ πλησιάζῃ, νὰ τοῦ φιλ τὸ χέρι καὶ νὰ φεύγῃ. Ὁ Μανώλης ἠκολούθει τὰς συμβουλὰς τῆς μητρός του ἐπί τινα καιρὸν καὶ ἤρχισε μάλιστα νὰ τοῦ ἀρέσῃ ἡ ἐκκλησία, προπάντων ὅταν ἐμοίραζαν κόλλυβα ἤ άρτον.

Ἀλλά δὲν ἠδύνατο ἀκόμη νὰ ἐξοικειωθ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, τινές δε ἤρχισαν νὰ μαντεύουν τὴν ἀνθρωποφοβίαν του, διότι τοιαῦτα φαινόμενα δὲν ἦσαν τότε καὶ δὲν εἶνε ἵσως ἀκόμη σπάνια εἴς τινα χωριὰ τῆς Κρήτης. Ἡμέραν τινά, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὁ Βούργαρης, ἕνας ἀστείος χωρικός, τον επλησίασε μὲ τρόπον καὶ αἰφνιδίως δι' ὅλης του τῆς πνοῆς ἐξεφύσησε δοῦπον βροντώδη, πούφ! Ὁ δὲ Μανώλης, ἐκταραχθείς, ὡς αἴλουρος, ἀνεπήδησε καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν, ἐνὼ κατόπιν αὐτοῦ οἱ χωρικοὶ ἀνεκάγχαζον καὶ ἐκραύγαζον, ὅπως κατόπιν λαγοῦ φεύγοντος καὶ καταδιωκομένου ὑπὸ σκύλων:

— Οὐ, μωρέ, πιάσ' τονε!

Μετὰ τὸ κωμικὸν τοῦτο πάθημα, διέκοψεν ἐπὶ μακρὸν πάλιν τὰς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους σχέσεις του. Ὁσάκις δὲ κατέβαινε διὰ να μεταλάβῃ, δὲν ἐχρονοτρίβει πλέον εἰς τὴν αὐλήν, ἀλλ' ἀμέσως ἀνεχώρει.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3566,14956/index_a_03_01.html (Β' Λυκείου ερώτημα: Γιατί κατά τη γνώμη σας ο Μανόλης δεν έπαιρνε τα γράμματα; Του έλειπε η νοημοσύνη ή για άλλους λόγους και ποιους;)



ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΚΟΡΑΗ, ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
(Σμύρνη, ~1760)



Πυρωμένος ἀπὸ τόσον ἔρωτα παιδείας ὁ πατήρ μου, ἀκόλουθον ἦτο νὰ φροντίσῃ
τὴν παιδείαν τῶν τέκνων του. Ἂν ὁ πάππος μου ἔζη ἀκόμη, εἰς ἐκεῖνον ἀδιστάκτως ἤθελεν ἐμπιστευθῆ τὴν φροντίδα· ἀλλ’ ὁ θάνατος ἐκείνου τὸν ἠνάγκασε νὰ μᾶς παραδώςῃ εἰς τὸ τότε πρὸ μικροῦ συσταθὲν ἑλληνικὸν σχολεῖον ἀπὸ ἄνδρα Χῖον, Παντολέοντα τὸν Σεβαστόπουλον, τὸ ὁποῖον ἐσχολαρχεῖτο τότε ἀπὸ Μοναχὸν τινά, Ἰθακήσιον τὴν πατρίδα. Ὁ διδάσκαλος καὶ τὸ σχολεῖον, ὠμοίαζαν ὅλους τούς ἄλλους διδασκάλους καὶ τὰ σχολεῖα τῆς τότε Ἑλλάδος, ἤγουν ἔδιδαν διδασκαλίαν πολλὰ πτωχήν, συνωδευμένην μὲ ραβδισμὸν πλουσιοπάροχον. Τόσον ἄφθονα ἐξυλοκοπούμεθα, ὥστε ὁ ἀδελφὸς μου μὴν ὑποφέρων πλέον, παραιτήθη τὴν ἑλληνικὴν παιδείαν καὶ παρὰ γνώμην τῶν γονέων μας.
https://www.aplotaria.gr/wp-content/uploads/ΤΟ-ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ-ΚΕΙΜΕΝΟ-ΤΗΣ-ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ..pdf



ΦΑΝΕΡΟ ΣΧΟΛΕΙΟ 
ΚΑΙ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ 


Ο Παπαδιαμάντης, μαθητής του σχολαρχείου στα 1860, ξεχωρίζει για τις επιδόσεις του σύμφωνα και με τη μαρτυρία του δασκάλου του Γ. Γιωργάρα, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει: «είχε μυαλό, μα ήταν στραβόξυλο και πολλές φορές τον κακομεταχειρίστηκα για τα πείσματα και τη παραξενιά του». Το γεγονός αυτό, αν συνδυαστεί μάλιστα και με τη μαρτυρία του ίδιου εκπαιδευτικού που όταν κάποτε αντάμωσε τον Ππδ. στην Αθήνα «ο τελευταίος μόλις τον πήρε μάτι άλλαξε δρόμο», ερμηνεύει εν μέρει και την έμμεση, αλλά σαφή καταγγελτική στάση του Σκιαθίτη διανοητή, απέναντι σε περιστατικά εφαρμογής αυταρχικής παιδαγωγικής σε όλο το έργο του.

από
http://www.elliepek.gr/documents/8o_synedrio_eisigiseis/Κρουσταλάκης.pdf



ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, Η ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ
(~1890, Ηράκλειο)


Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι- κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα- μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.- Ετούτος είναι ο γιος μου, του 'πε ο πατέρας μου. Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.- Το κρέας δικό σου, του 'πε, τα κόκαλα δικά μου- μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.- Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη- έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
[....]
Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. *(Ερβαρτιανό σύστημα, του Johann Friedrich Herbart, https://www.ekpaideyo.gr/ekpaideytika-themata/1816--j-f-herbart)*  Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική· μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος· η Παιδαγωγική έλειπε, θα 'ταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. Έπρεπε, λέει, ό,τι μαθαίναμε να το βλέπαμε και να το αγγίζαμε ή να το ζωγραφίζαμε σ' ένα χαρτί γεμάτο κουκκίδες. Και τα μάτια μας τέσσερα· αταξίες δε θέλει, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα· και σταυρό τα χέρια. Και στο δρόμο, όταν δούμε παπά, να του φιλούμε το χέρι. «Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!» Κι αλήθεια είδαμε· όταν κάναμε καμιά αταξία ή όταν δεν ήταν στα κέφια του, μας ξεκούμπωνε, μας κατέβαζε τα πανταλονάκια και μας έδερνε κατάσαρκα με το βούρδουλα· κι όταν βαριόταν να ξεκουμπώσει, μας έδινε βουρδουλιές στ' αυτιά, ωσότου έβγαινε αίμα.
Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο:
— Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;
Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο το βούρδουλα.
— Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε, ξεκούμπωσε το πανταλόνι σου.
Βαριόταν να το ξεκουμπώσει μόνος του.
— Να, να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει.
Είχε ιδρώσει, σταμάτησε.
— Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2583,21824/index06_02.html (Α' Γυμνασίου ερώτημα: O δάσκαλος της τετάρτης δημοτικού είχε θεωρητικά ασπαστεί τις αρχές της Νέας Παιδαγωγικής. Τι νομίζετε ότι πρέσβευε η Νέα Παιδαγωγική και τι εφάρμοζε στην πράξη ο δάσκαλος;)




ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΚΟΛΕΙΟΥ
(Μικρό Σουλόπουλο Ιωαννίνων ~1870, Ήπειρος)


Επειδή κανένας άλλος διηγηματογράφος δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε ή δεν το σκέφτηκε ή, το σωστότερο, δεν είχε την τύχη τη δική μου, να υποφέρει όσα υπέφερα εγώ στα πρώτα βήματα του μαθητικού μου βίου, και να λάβει ως θέμα τη μαύρη εποχή της νεοελληνικής παιδαγωγικής, που  βασίλευε στην ιδιαίτερη μου πατρίδα ως τα 1878 απάνω κάτω, καθώς και σ' όλες τις άλλες ελληνικές επαρχίες που βρίσκονταν κάτω από το σκληρό και βαρύ ζυγό του Τούρκου και του Δασκάλου, σκέφτηκα να το πράξω εγώ, που είμαι ένας από τους παθόντες αυτής της τυραννικής παιδαγωγικής, που λίγο έλειψε, αν δεν σύντρεχαν κάποιες έκτακτες αιτίες, να μείνω για πάντα αγράμματος. Και, μα την αλήθεια, αν δεν επιχειρούσα να συγγράψω αυτά τα λίγα διηγήματα, και τα πλειότερα μάλιστα εδώ στο χωριό μου, στον τόπο που διαδραματίστηκαν, θα κρύβονταν αυτή η παιδαγωγική μας και θα ήταν άγνωστη μέσα στις δίπλες των αιώνων, χωρίς να δώσει λόγο των πράξεων της στην Ιστορία. Ο σκοπός λοιπόν της συγγραφής των διηγημάτων, που βρίσκονται σ' αυτή τη συλλογή, δεν είναι μόνο λογοτεχνικός και ηθογραφικός, αλλά και ιστορικός - και προπάντων ιστορικός. Αλλά κι άλλος ένας ακόμη σπουδαίος σκοπός με παρακίνησε να προβώ σ' αυτή τη συγγραφή- ο σκοπός του να παραστήσω στο σημερινό και τον αυριανόν ελληνικό μαθητικό κόσμο, με πόσα βάσανα και με πόσες τυραννίες και πίκρες μάθαιναν οι καημένοι οι πατέρες του τα γράμματα που μαθαίνει αυτός σήμερα, ή θα μάθει αύριο με τόση λευτεριά, με τόσες διασκέδασες, με τόσα χάδια και με τόσες ευκολίες, έχοντας δασκάλους όχι κακουργομαθημένους τυραννίσκους και αγράμματους το πλειότερο, αλλ' ήμερους ανθρώπους, φίλους του αληθινούς.


Ονειρευόμουν το σκολειό, όχι όπως είναι τα σκολειά, αλλ' όπως το' χε φκιάσει η παιδική μου φαντασία, κι έβλεπα (γιατί δεν είχα ιδεί ως τότε σκολειό με τα μάτια μου) τον Παπ' Αντριά, το δάσκαλο μου, από τη μέση κι απάνω ένα φοβερό δράκοντα, που βαστούσε στο δεξί του χέρι βέργα του δαρμού, σουβλιά και φέλεκα, και στο ζερβί ένα κρανίο πεθαμένου, τα τέσσερα σύμβολα της βάρβαρης παιδαγωγίας, εκείνης της μαύρης γραμματειακής εποχής, ενώ ένα δάφνινο στεφάνι, το στεφάνι του  μαθητικού μαρτυρίου, που κυμαίνονταν στον αέρα σαν περιστέρι, ήρθε και πιθώθηκε απάνω στο κεφάλι μου.


Ο Παπ' Αντριάς, ο δάσκαλος μας, γνήσιος εκείνου του καιρού, χωρίς να' ναι καλύτερος ή χειρότερος από κανένα συνάδερφο του, όχι βέβαια στες γνώσες και στη μάθηση, αλλά στην παιδαγωγική μόρφωση, ήταν ένα είδος τύραννου, ένα είδος βασανιστικός δήμιος, που εκείνους που  βασανίζουν τους μάρτυρες της θρησκείας μας που άγιασαν. Είχε εξορισμένο το γέλιο ή το μειδίαμα από τα χείλια του κι από το πρόσωπο του και φημίζονταν στα περίχωρα μας ως πολύ καλός δάσκαλος, γιατί έδερνε αλύπητα και τιμωρούσε ασυνείδητα, και τον παρομοίαζαν στην παράλογην αυστηρότητα με το δάσκαλο τον Καλτσόγια από του Γραμμένου, τη γενέτειρα των Ζωσιμάδων [...].

Άμα έφυγε η μάνα μου, ο δάσκαλος, άγριος και βλοσυρός, άρπαξε μια βέργα από τες κρεμασμένες στον τοίχο και την τσάκισε στες πλάτες και στους αρμούς του Μήτρου, επειδή δεν ήθελε να ’ρθει μόνος του στο σκολειό, κι ενώ ο άμοιρος αυτός φώναζε μ’ όλα του τα δυνατά:
     ─ Έφταιξα ο μαύρος, δάσκαλε! Δεν το ματακάνω!
     Ο δάσκαλος εξακολουθούσε να σπάζει βέργες απάνω του!
     Ύστερα από το γενναίο δαρμό του Μήτρου και το λύσιμό του, μας έδωκε ολωνών ο δάσκαλος από ένα πλατύ κόκκαλο, πλάτη τραγίσια, που ήταν απάνω γραμμένο με το χέρι ένας σταυρός, αρχή - αρχή τα εικοσιτέσσερα γράμματα της Αλφαβήτας κι οι δέκα αριθμοί.
     Από την αριστερή άκρη αυτής της κοκκάλας, που ’ναι σαν γωνιά τριγώνου, κρέμονταν δεμένο με σπάγκο ένα λιανό ξυλαράκι σε σχήμα και μέγεθος κοντυλοφόρου, που λέγονταν «δειχνί», γιατί θα δείχναμε μ’ αυτό τα γράμματα που θα μαθαίναμε να διαβάζομε.
     Άμα τέλειωσε η διανομή αυτού του παράξενου μονοσέλιδου κι άχαρτου βιβλίου, άρχισε ο δάσκαλος να μας διαβάζει όλους μαζί, κι εμείς επαναλαβαίναμε σαν παπαγάλοι ό,τι μας έλεγε αυτός, δείχνοντας με το δειχνί το κάθε ψηφί.
     ─ Σταυρέ, βοήθει μοι! Άρχισε ο δάσκαλος. Το δειχνί στο σταυρό απάνω!
     ─ Σταυρέ, βοήθει μοι! Επαναλαβαίναμε κι εμείς. Το δειχνί στο σταυρό απάνω!
     ─ Όχι, μωρέ ζαγάρια, το δειχνί στο σταυρό απάνω! Φώναζε ο δάσκαλος με θυμό.
     ─ Όχι, ζαγάρια, το δειχνί στο σταυρό απάνω! Επαναλάβαμε κι εμείς πάλε μηχανικά, κι όσο να καταλάβομε ότι δεν έπρεπε να επαναλαβαίνουμε τη φράση «το δειχνί στο σταυρό απάνω», πέρασε κάμποση ώρα κι έφαγαν αρκετούς μπάτσους ο Γιώργος, ο Μήτρος κι ο Γιάννης, οι συμμαθητάδες μου.
     ─ Άλφα, ο δάσκαλος. και το δειχνί απάνω στην άλφα, που ’ναι ύστερα από το σταυρό.
     ─ Άλφα! Κι εμείς όλοι μαζί.
     ─ Βήτα! ο δάσκαλος. Βήτα! κι εμείς.
     ─ Γάμα! ο δάσκαλος. Γάμα! κι εμείς.
     ─ Δέλτα! ο δάσκαλος. Δέλτα! κι εμείς.
     ─ Έψιλον! ο δάσκαλος. Έψιλον! κι εμείς.
     ─ Ζήτα! ο δάσκαλος. Ζήτα! κι εμείς.
     ─ Ήτα! ο δάσκαλος. Ήτα! κι εμείς.
     ─ Θήτα! ο δάσκαλος. Θήτα! κι εμείς.
     ─ Γιώτα! ο δάσκαλος. Γιώτα! κι εμείς.
     ─ Κάππα! ο δάσκαλος. Κάππα! κι εμείς.
     ─ Λάβδα! ο δάσκαλος. Λάβδα! κι εμείς.
     ─ Μι! ο δάσκαλος. Μι! κι εμείς.
     ─ Νι! ο δάσκαλος. Νι! κι εμείς.
     ─ Ξι! ο δάσκαλος. Ξι! κι εμείς.
     Αλλά ενώ προχωρούσαμε μια χαρά από το Άλφα ως το Ξι, θέλησε να μας πιάσει ο δάσκαλος, αν είχαμε ο καθένας το δειχνί απάνω στο Ξι. Αλλ’ απ’ όλους, εγώ κι η αδερφή μου είχαμε το δειχνί απάνω στο έρημο το Ξι, ενώ οι άλλοι τρεις το είχαν άλλος στο Κάππα, άλλος στο Μι, κι άλλος στο Πι.
     Τότε άρχισε στα καλά ο δαρμός με τη βέργα, κι άμα έσπασε η μια, ήταν έτοιμη η άλλη από την κρεμασμένη δεσμίδα.
     Ενώ ο δάσκαλος έδερνε, και τα παιδιά έκλαιγαν και φώναζαν, μου είπε σιγά η αδερφή μου:

     ─ Ξι θα πει ξύλο, και γι’ αυτό στάθηκε ο δάσκαλος σ’ αυτό το ψηφί!
[....]
Η αδερφή μου, ως μεγαλύτερη δέκα χρόνια από μένα, εξόν που ήταν πολύ έξυπνη, είχε και μεγάλη αντίληψη. Ήταν «θηλυκόγνωμη», όπως την έλεγε ο κόσμος του χωριού μας, πὄβλεπε για πρώτη φορά τότε κορίτσι να μαθαίνει γράμματα, γιατί ως τα τότε πίστευαν ότι οι γυναίκες δεν μπορούσαν να μάθουν γράμματα. Η αδερφή μου, λέγω, με βοήθησε πολύ και κατόρθωσα να μάθω μαζί της σε μια εβδομάδα όλο το αλφάβητο, ενώ οι άλλοι έκαναν ακέριους μήνες ώσπου να το μάθουν, κι όταν κατόρθωνε να το μάθει κανείς τους, τον έκανε ο φόβος του δασκάλου να το λησμονάει, όταν έλεγε μάθημα.
[...]
αργότερα αποχώρησε η αδερφή μου, η πρώτη μαθήτρια, μόλις μπόρεσε να μάθει να διαβάζει και να γράφει, γιατί είχαν βουίξει τα περίχωρα εναντίον της πρωτόφανης καινοτομίας, να πηγαίνει κορίτσι στο σκολειό, κι αναγκάστηκε η μάνα μου να την αποσύρει. [...]

[..] Εγώ ήμουν στη μεγαλύτερη τάξη, τη λεγόμενη πρώτη, γιατί ο δάσκαλός μας μετρούσε ανάποδα τες τάξες και βρίσκομουν πέρα από τη μέση του Οκτωηχιού στον «Πλάγιον τέταρτον ήχο», και δεν μου χρειάζονταν παρά πεντέξι μήνες ακόμα, ώσπου να τελειώσω τ’ Οχτωήχι και να μπω στο «Ψαλτήρι» του Δαυίδ, που ήταν ο Όμηρος εκείνης της εποχής, κι όταν θα τελείωνα και το Ψαλτήρι, θα τέλειωναν και τα «έρημα» τα γράμματα.
     Τότε εγώ είχα μάθει κι άλλα γράμματα, έξω από τ’ Οχτωήχι: Το «Πάτερ Ημών», το «Παναγία Τριάς», το «Θεοτόκε Παρθένε», το «Πιστεύω εις Ένα», «Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», το «Είδομεν το φως το αληθινόν» κι άλλα ακόμα, και μπορούσα να εξυπηρετήσω τον παπά, όταν λειτουργούσε, μισοκάνοντας τον ψάλτη, έλεγα και τον «Απόστολο», που με προγύμναζε ο παπάς από την προηγούμενη ημέρα. Τι τραβούσα ο κακόμοιρος, ώσπου να μάθω τον «Απόστολο» της κάθε λειτουργήσιμης ημέρας!
     Ο Αναστάσης ήταν στη δεύτερη τάξη και μόλις είχε μπει στ’ Οχτωήχι. Είχε φέρει εκείνη μάλιστα την ημέρα ως δώρο του δασκάλου από το χωριό του μια ριζόπιτα και μια πολύ παχιά ψημένη κότα, γιατί, όταν είχε φτάσει σε κείνο το μέρος του Οχτωηχιού, που αναφέρεται η φράση «τον Αδάμ πεπτωκότα», ήταν μεγαλοσαράκοστο και δεν μπορούσε ο δάσκαλος να φάγει τότε ούτε πίτα ούτε κότα. Για να εξηγηθώ καλύτερα, το «πεπτωκότα» αυτό το εξηγούσαν όλοι οι δάσκαλοι εκείνης της εποχής, ως κι εκείνοι ακόμα που εννοούσαν την αληθινή σημασία του, ότι εσήμαινε πράγματι «πίτα, κότα», για να διαιωνίζεται η υποχρέωση του να φέρνει ο μαθητής στο δάσκαλό του μια πίτα και μια ψημένη κότα, όταν έφτανε σ’ αυτό το μέρος τ’ Οχτωηχιού.

     Ο Γιάννης ήταν στην Τρίτη τάξη και κόντευε να τελειώσει τα «πινακίδια» κι επειδή, όταν είχε φτάσει στη φράση «Επ’ αυτά τα πετεινά», που σήμαινε στη δασκαλική γλώσσα του καιρού εκείνου «να φέρεις στο δάσκαλο ένα πετεινό», ήταν το ίδιο μεγάλη σαρακοστή και δεν μπορούσε να φαγωθεί το κανονισμένο «πετεινό», είχε φέρει κι αυτός έναν πελώριο ζωντανό πετεινό, γιατί τον ήθελε ο δάσκαλος για την κοτόστανη του σπιτιού του. Ο Μήτρος ήταν στην Τετάρτη τάξη και μόλις είχε τελειώσει το Άλφα-Ωμέγα, Βήτα-Ψι και μπήκε στα πινακίδια. Τα πινακίδια άρχιζαν από το «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον» και για το «ευλόγει» έπρεπε να φέρει ο μαθητής κάτι του δασκάλου, για να πάρει την ευλογία του [...]

Εκείνη την ημέρα αιστάνονταν μια καταφανή λαιμαργία να μας τιμωρήσει ο δάσκαλος μας ο Παπ' Αντριάς, μ' όλα τα δώρα που του είχαν πάγει τα παιδιά και, μη βλέποντας τ' αγαπημένα του κι απαραίτητα σύνεργα, τες βέργες, τα σουβλιά, το φέλεκα και το κρανίο, γιατί η τα 'χε αφήσει κρεμασμένα στον τοίχο τον νάρθηκα, δεν μπορούσε να εμπνευστεί τη θηριωδία που' χε ανάγκη. Περίφερνε πάνω μας το βλοσυρό του βλέμμα, σαν να ήθελε να μας καταπιεί με τα μάτια του.

Τα μάτια του δασκάλου πετάχτηκαν σαν καρύδια έξω από τες κόχες τους από το θυμό του. Ο Γιώργος στέκονταν ορθός και κλονίζονταν να πέσει, και μεις κλαίγαμε μέσα μας κρυφά μην μπορώντας να τον βοηθήσομε.- Ποιο ψηφί έρχεται, μωρέ, κατόπι από τη ζήτα; Λέγε! Μούγκρισε σαν θεριό ο δάσκαλος, αλλ' ο Γιώργος είχε βουβαθεί από την τρομάρα του, κι έχασε και το ζήτα ακόμα πού βρίσκονταν. Τότε σηκώθηκε, τον άρπαξε το Γιώργο απ' τ' αφτιά, τον σήκωσε ψηλά, τον απόλυσε με δύναμη καταγής κι άρχισε να τον δέρνει αλύπητα, σπάζοντας τες βέργες τη μια κατόπιν από την άλλη [...].- Σήκω απάνου! Είπε ο δάσκαλος και πατέρας στο δύστυχο παιδί, λησμονώντας ότι ήταν πατέρας του. Σηκώθηκε ο Γιώργος, ωχρός από το φόβο τον, σαν κατάδικος που μέλλει ν' ανεβεί στη λαιμητόμο.- Σύρε και στάσου μ' ένα ποδάρι στη ρίζα του δέντρου και σταύρωσε τα χέρια σου. Τον είπε ο δάσκαλος και, γυρίζοντας προς εμάς, πρόσταξε:- Σύρτε και φτύστε τον όλοι!  Χωρίς να θέλομε, και με μεγάλη μας λύπη, πήγαμε και τον φτύσαμε...- Ακόμα μια φορά! Μας ξαναπρόσταξε ο δάσκαλος. Τον φτύσαμε και δεύτερη φορά! - Κι ακόμα μία! Τον φτύσαμε και τρίτη φορά! [...]
Ούτε αναίστητος λοιπόν ήταν ούτε βλάκας ο Γιώργος, αλλά είχε αποχτηνωθεί προσωρινά απ' αυτή τη θηριώδικη παιδαγωγική του καιρού εκείνου. Είχε χάσει τον εγωισμό του και τη φιλοτιμία του, όπως και εμείς.

Με μια χειρονομία τον δασκάλου, ξαπλώθηκε τ' ανάσκελα ο Γιώργος,τα γυμνά του ποδάρια μπήκαν στο φοβερό φέλεκα, που βλέπαμε για πρώτη φορά τη χρησιμοποίηση του, κι άρχισε το στρέψιμο του τετράγωνου φελεκόξυλου... Τσιμουδιά δεν έβγαζε ο Γιώργος. Κολοσσός υπομονής το θηρίο! Όταν έφτασε το στρέψιμο ως εκεί που δεν μπορούσε να πάει πλειότερο, κι άρχισε να πέφτει το ραβδί στες γυμνές πατούσες του, τότε έμπηξε ένα βελατό σαν αρνί, το καημένο το παιδί, και ακουγότανε να  λέγει πολλές φορές συγκρατούμενα:-Ανάθεμα τα γράμματα! Ανάθεμα τα γράμματα! Ανάθεμα τα γράμματα κι όπου τα 'βγαζε!


Εγώ στρώθηκα καταγής σταυροπόδι κι άρχισα να διαβάζω το μάθημα  μου με μιαν αγανάχτηση και μια τέτοια πίκρα στην καρδιά μου, που, αν φτυούσα φίδι στο στόμα, θα το φαρμάκωνα. Ήθελα να διαβάσω το έρημο το μάθημα και να το μάθω σαν άλλες φορές, αλλά δεν μ' άφηνε η λύσσα πόνιωθα μέσα μου για το δάσκαλο μου τον Παπ' Αντριά κιόλο το γένος των δασκάλων. Φούσκωνε μέσα η καρδιά μου, σαν να ήθελε να μου σκίσει τα στήθια και να πεταχτεί ελεύθερη έξω να πάρει αέρα. Και, μη μπορώντας να σταθώ πλειό εκεί, πέταξα καταγής τ' Οχτωήχι μου και κατέβηκα κάτω στο ποτάμι. Εκεί ξαπλώθηκα στα ερείπια ενός ταμπακόμυλου του πάππου μου, που μας τον είχαν κάψει οι Τουρκαρβανίτες στην επανάσταση του 1854, κι εκεί, μακριά απ' το δασκαλικόν εφιάλτη, μ' έπιασαν κάτι λυγμοί, που δεν μ' είχαν πιάσει άλλοτε ποτέ, κι έχυσα τόσα δάκρυα που μούσκεψαν τα στήθια μου. Κλάψε, κλάψε, παραλόγησα και δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Έχασα τον εαυτό μου.

Εκείνη τη στιγμή περνούσε μπροστά από το σκολειό μας ένας γέροντας του χωριού μας, ο Λώλης και, βλέποντας τον δάσκαλο να δέρνει, φώναξε:- Να δάσκαλος μια φορά! Αυτός είναι δάσκαλος κι όχι ο Δημήτρης ο Πάσκος στην Κρετσούνιστα, που παίζει το πηδηχτό με τα μαθητούρια του! Πρωτόφαντο πράμα στες μέρες μας, δάσκαλος να παίζει με τα παιδιά! Δεν θέλουν αέρα τα παιδιά! Θέλουν ξύλο κι αγριοσύνη! Αλλιώτικα δεν μαθαίνουν γράμματα και μένουν γκαβά. Το ξύλο μαθαίνει τα παιδιά γράμματα και γνώση, γιατί είναι βγαλμένο απ' τον Παράδεισο, γι' αυτό λέγεται και ξύλο της γνώσεως. Τα λόγια τον γέρο-Λώλη εγκάρδιωσαν πλειότερο το δάσκαλο μας στη δασκαλική του θηριωδία. [...] Ο γερο-Λώλης κοίταζε από μακριά το φοβερό και απαίσιο δασκα- λομαθητικό δράμα κι αιστάνονταν μιαν άρρητη ευφροσύνη στην καρδιά τον, που είχε αξιωθεί το χωριό μας να 'χει τέτοιο δάσκαλο, κι έλεγε μοναχός του:
- Αυτός είναι δάσκαλος! Βλέπεις ξύλο που το τινάζει, κι ας το 'χει και παιδί του. Έτσι πρέπει να 'ναι οι δάσκαλοι. Να τον βλέπουν τα παιδιά και να χέζονται ορθά από το φόβο τους. Πρέπει να τρων οι δάσκαλοι το κρέας των παιδιών και να τους αφήνον μόνο την πέτσα και τα κόκκαλα, για να μπορέσονν να μάθουν γράμματα! Αχ! Να είχα ο καημένος ένα αγγονάκι σ' ηλικία να το 'στελνα σ' αυτόν το δάσκαλο, να μου το κάνει άνθρωπο με γράμματα. Και τα 'λεγε αυτά ο γερο-Λώλης όχι από κακία, αλλά από πεποίθηση ότι πρέπει να 'ναι τνραννικός ο δάσκαλος και σκληρός, για να μάθουν καλά γράμματα τα παιδιά, κι ότι δεν μπορούσαν να μάθουν αλλιώτικα. Η γνώμη του γερο-Λώλη ήταν γνώμη όλης της κοινωνίας τότε.

http://paleochori-lesvos.blogspot.com/2013/04/blog-post_24.html
https://www.academia.edu/2970451/Ο_αυταρχικός_δάσκαλος_στην_παιδαγωγική_πράξη_και_στη_λογοτεχνία_The_authoritarian_teacher_in_pedagogic_practice_and_in_literature


ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ, 
https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Κονδυλάκης
ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΔΑΣΚΑΛΟΣ
(Χανιά, ~1885)

Είχα δε και συχνά παράπονα εκ μέρους των γονέων. «Δὲν μαθαίνουν, βρε αδερφέ, πράμμα τα κοπέλια. Άδικα χάνουνε τον καιρό τως. Καλλίτερά ’τονε να βλέπουνε τα έχνη (ζώα), να γενούνε βοσκοί. Μα μπορούνε, τζάνε μου, να μαθαίνουνε μοναχά τους τα κοπέλια; Θέλουνε και δασκάλεμα, και συδαύλισμα. Γιάντα τσ' έχουνε τσοι δασκάλους παρά για να τώσε δείχνουνε; Χρειάζεται και λιγάκι ξύλο. Δε λέω να γυρίσωμε στο φάλαγγα, μα μια βιτσια και καμια παλαμιά από καιρό σε καιρό κακό δεν κάνει. Μα σαν τ’ αφήσης ορνικά (ειρηνικά) και αδιαφέντευτα, ίντα θες να κάνουνε; Παιγνίδια και τραβαπάλαιμα. Κοπέλια τα λένε, κοπελίστικα θα κάνουνε»

Τα παράπονα και αι διαδόσεις έφτασαν και μέχρι της Εφορείας. Ἀλλ' η Εφορεία είχε πεποίθησιν εις την ικανότητά μου, ανεξήγητον δι' εμέ τουλάχιστον. Καί τούς παραπονούμενους γονείς απέπεμπαν οι έφοροι με καθησυχαστικάς διαβεβαιώσεις. Νά αφήσουν τον άνθρωπο να κάνη τὴ δουλειά του, όπως ήξευρε και η Εφορεία που τον διώρισε και εγνώριζε την αξία του. Ο Σχολάρχης είχε νέαν μέθοδον. Το ξύλο τ' αφήκανε πιὰ σ' όλον τον κόσμο. Τι γαϊδούρια είναι τα παιδιὰ να τα δέρνουν; Και πώς αυτοί οι δαρμένοι και ντροπιασμένοι θα γενούν άνδρες του πολέμου να πολεμήσουν αύριον την Τουρκιά;;

 [ Στην Ελλάδα η φάλαγγα καταργήθηκε ως σχολική πρακτική το 1878, μα αξιοποιήθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949) και επί της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974). https://el.wikipedia.org/Φάλαγγας ]

Τα μαθήματα ήρχισαν με μίαν προσλαλιάν προς τους μαθητάς, εις την οποίαν είπα τα εξής περίπου:
«Δεν είμαι από τους δασκάλους τους οποίους εγνωρίσατε μέχρι τούδε. Θέλω να γίνω φίλος σας και όχι τύραννος, να σας φανώ ωφέλιμος και όχι να σας κάμω δειλούς και ταπεινούς· να με σέβεσθε και να με αγαπάτε και όχι να με τρέμετε. Μερικοί από σας άλλως τε κοντεύει να έχετε την ηλικίαν μου. Έως χθες ήμουν και εγώ μαθητής και δεν επιθυμώ να με μισήσετε, όπως εμίσησα εγώ μερικούς από τους δασκάλους μου. Δεν θ' απαιτώ να μαθαίνετε μεγάλα πράγματα, τα οποία να μη σας αφήνουν καιρόν να παίζετε, ως απαιτεί η ηλικία σας. Αλλά τα ολίγα αυτά εννοώ να τα μαθαίνετε καλά. Φρονώ ότι με το γλυκύ θα κάμωμεν καλύτερα την εργασίαν μας, ενώ οι άλλοι δασκάλοι νομίζουν απαραίτητον το ξύλον και τας ύβρεις. Σας παρακαλώ, μη με αναγκάσετε να πιστεύσω ότι έχω άδικον και ότι έχουν δίκαιον οι άλλοι δασκάλοι».

Οι μαθηταί μου ήκουσαν τους λόγους μου με έκπληξιν, ήτις επί τέλους μετεβλήθη εις ακτινοβόλημα χαράς.

 — Λοιπόν είσθε σύμφωνοι; τους ηρώτησα.

 — Σύμφωνοι, απήντησαν.

Και ετήρησαν την υπόσχεσίν των, όπως ετήρησα και εγώ την ιδικήν μου.

https://www.openbook.gr/otan-imoun-daskalos/