Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Τς άνοιξης σκλαβοκούδουνα


Χαρείτ' αρνιά τις θάλασσες, 
φτωχό το Πάσχα φέτος,
κι η τύχη με το μέρος σας
να ζήσετε αντιθέτως,
με άλλες χρονιές που σάρκα σας
τρώγαν συνωστισμένοι,
μα τώρα οι φαγοπότες σας
είναι αραιωμένοι.

Οι φάγοι σας μαντρώθηκαν,
περαστική νομίζαν
τη δόλια καραντίνα τους,
ταχιά πως θα σουβλίζαν.
Σε λίγο στο λαιμάρι τους
κουδούνια θα κρεμάνε,
μην ξεπορτίσουν κι οι βοσκοί
πίσω ξανά τους πάνε.


με αφορμή δωράκι από τον Ισίδωρο
για βοσκό ανόρεχτο, ή πλέον γερασμένο


Πού ΄σαι βοσκέ απού ΄θετες τις νύχτες στο μητάτο
κι ήκανες πέντε ασκελιές τ’ αόρι απάνω-κάτω;
Πού ΄σαι βοσκέ που κάθιζες απάνω στα χαράκια
για να γροικάς από ψηλά σκλαβέρια και λεράκια
Πού ΄σαι βοσκέ απού ΄χενες στη βούργια το θιαμπόλι
κι ήπαιζες τσ’ όμορφους σκοπούς καματερή και σκόλη;

       (του Μανώλη Γαρεφαλάκη από το Ροτάσι)

ΥΓ

θέτω, ξαπλώνω να κοιμηθώ
μητάτο, βοσκόσπιτο
ασκελιά, δρασκελιά
χαράκι, γκρεμός
σκλαβέρι, κουδούνι προβάτου
(ο ήχος της σκλαβιάς τους)
λεράκι, λέρι, γιδόλερο, κουδούνι τράγου
(ίσως από τη λύρα)
 θιαμπόλι, φλογέρα 
(ven. fiabuolo, lat. flabeolum)
καματερή, εργάσιμη
σκόλη, αργία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου