Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Κακοποίηση ζώων στην πρόβενιζελική Ελλάδα


από τα σκότη του 19ου αιώνα μέχρι την 11η Νοεμβρίου 1917,
όταν επί υπουργίας Ιωάννη Τσιριμώκου
ψηφίστηκε νόμος προστασίας για κάθε ζώο,
και όχι συγκεκριμένη κατηγορία ζώων,
σχετιζόμενα με τη ζωοκλοπή.
 «Όστις βασανίζει, κακοποιεί, ή μεταχειρίζεται μετά σκληρότητας ή χρησιμοποιεί προς εργασίαν, ή φορτώνει ζώον ασθενές ή ανάπηρος ή πέραν της φυσικής του αντοχής ή πέραν του υπό των αστυνομικών διατάξεων οριζομένου βάρους, τιμωρείται με πρόστιμο 3-50 δραχμών ή με κράτησιν μέχρις 20 ημερών ή με αμφοτέρας τα ποινάς ταύτας.». Για πρώτη φορά θεσπίζεται για κάθε ζώο η προστασία του από τον βασανισμό, την κακοποίηση και τη σκληρή μεταχείρισή του. Επίσης, προβλέπεται η ευθανασία σε ζώα πάσχοντα από ασθένεια άνευ θεραπείας ή αρκετά ηλικιωμένα, με αναγκαία την κτηνιατρική γνωμάτευση. Τα εισπραττόμενα πρόστιμα δύνανται να διατίθενται προς ενίσχυση των υφιστάμενων σωματείων. Ο συγκεκριμένος Νόμος ίσχυσε για 64 χρόνια, έως και το 1981....
Έως το 2012, το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι ιδιοκτησία, ενώ κατόπιν το έννομο αγαθό είναι το ζώο καθαυτό και η ευζωία του. 

...από χρονογραφήματα και διηγήματα μόνο,
καθώς η τέχνη της ελληνικής ζωγραφικής
υστέρησε σε αυτό τον τομέα.
Αυτά που οι πεζογράφοι βλέπαν,
δεν αγγίζαν τους ζωγράφους;;

[...]

Τρέχουσα νὰ τὸ φθάσῃ, τὸ ἐκτύπα ἅμα εἰς τὰ κάπουλα, καὶ ὅταν δὲν τὸ ἔφθανε πλέον, ἤρχισε νὰ τὸ πετροβολῇ. Οἱ μάγκες τῆς ἐφώναζον: ― Ἄ, Ματώ, τρέχα νὰ τὸ φθάσῃς, καὶ συγχρόνως ἔρριπτον χάλαζαν πετρῶν κατόπισθεν τοῦ ζῴου καὶ τῆς Ματῶς. Ὅσον ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες, τόσον ἔτρεχε τὸ Ματώ· ὅσον ἔτρεχε τὸ Ματώ, τόσον ἔφευγε τὸ γαϊδουράκι. Τώρα, ποῖον ἐκ τῶν δύο θρεμμάτων θ᾿ ἀπέκαμνε πρῶτον διὰ νὰ σταματήσῃ, τὸ Ματὼ ἢ τὸ γαῖδούρι;

Τοῦτο μ᾿ ἐνθύμισε τί εἶχα ἰδεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅταν ἐπεσκέφθην νέος τὸν Ἄθωνα. [...] Ὁ ταῦρος, ἀφοῦ εἰσήγαγε τὴν κεφαλήν του, ἐπιάσθη ἐκεῖ ὡς εἰς παγίδα καὶ δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ κουνηθῇ ἐμπρὸς ἢ ὀπίσω. Ὁ παπα-Εἰρηναῖος, ἁπλοϊκὸς καθ᾿ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἅμα εὗρε τὸν περίεργον ἐπισκέπτην ἐκεῖ, ἐφαντάσθη, σχεδὸν ὅπως καὶ τὸ Ματώ, ὅτι ἐὰν ἐκτύπα τὸ ζῷον ὀπίσω εἰς τὰ γλουτά, θὰ ἐσωφρονίζετο, ὥστε νὰ βγάλῃ τὸ κεφάλι ἀπὸ τὴν θυροπαγίδα. 

Εἶχε λοιπὸν τὴν ὀγκώδη ὁδοιπορικὴν ράβδον του, καὶ μὲ αὐτὴν ἤρχισε νὰ κτυπᾷ ἀλύπητα τὸ ζῷον εἰς τὰ ὀπίσθια, κ᾿ ἐκτύπα, κ᾿ ἐθορύβει, κ᾿ ἐγέλα· καὶ τὸ βόδι ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὸ κεφάλι ἐντὸς τῆς παγιδοθύρας, κ᾿ ἔμενεν ἀκίνητον καὶ ἐμούγκριζε.

Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Ἀγάπη στὸν κρεμνό

Μία ποτὲ βάρκα, ὡς διηγοῦντο, εἰσπλεύσασα διὰ νὰ συλλέξη καραβίδας καὶ παγούρια, ἐνῶ εἰς τῶν ναυβατῶν εἶχεν ἀναρριχηθῆ εἰς τὸ τρομερὸν ὕψος τοῦ βράχου διὰ νὰ συλλέξη κρίταμα, ἐκάθισεν ἐπάνω εἰς μίαν φώκην ζωντανὴν φράττουσαν ἀκριβῶς τὸ πλάτος τοῦ στομίου. Τὸ σκοτεινὸν ζῶον ἀνεταράσσετο, ἤσπαιρεν, ἡ μικρὰ σκάφη ἐπάλλετο, ἔτρεμε, καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάγη οὔτε ἐμπρὸς οὔτε ὀπίσω. 

Ὁ ναυβάτης ὁ ἐντὸς τῆς βάρκας ἐκτύπησε τὴν φώκην μ' ἕνα πέλεκυν, τὴν αἰμάτωσε, τὸ κύμα ἐκοκκίνησε ἐπ' ὀλίγον. Ἡ φώκη ἤσπαιρεν ἐν ἀγωνίᾳ. Ὁ νεαρὸς ἁλιεὺς κατώρθωσε νὰ σφίγξη τὸν λαιμὸν μὲ μίαν θηλειάν, καὶ καλέσας τὸν ἄλλον σύντροφόν του εἰς βοήθειαν κατώρθωσε τὴ βοηθεία αὐτοῦ, μὲ κίνδυνον νὰ βουλιάξη ἡ φελούκα, ν' ἀνασύρη ἐπάνω τὴν φώκην.

Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Φόνισσα

Εἴκοσι ἢ τριάντα παιδιὰ τοῦ δρόμου ἔλαβον χαλίκια, κ᾿ ἤρχισαν νὰ πετροβολοῦν τὸ περίεργον κολυμβητικὸν ζῷον. Ἄλλοι κατόπιν τρέχοντες ἔκραζον:

― Μὴ ρίχνετε, παιδιά! Θέλει τουφέκι.

Πράγματι δύο ἢ τρεῖς τῶν ὁποίων τὰ σπίτια ἔτυχον νὰ εἶναι σιμὰ στὸν γιαλόν, ἔλαβον εἷς τὴν σκωριασμένην καραβίναν, ἄλλος τὴν δίκαννον φιλήνταν του, κ᾿ ἔτρεχον πρὸς τὸ Μπούρτσι. Εἰς ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἠκούσθησαν δύο ἢ τρεῖς πυροβολισμοί.

Κάτω εἰς τὸ χεῖλος τῆς προκυμαίας ἀνὰ δύο ἢ τρεῖς νομᾶτοι ἔλυσαν τὰς δεμένας εἰς τοὺς κρίκους βάρκας, καὶ μὲ δύο τουφέκια, καὶ μὲ τέσσαρα κουπιά, αἱ δύο βάρκες ἔσχιζαν τὰ κύματα, διὰ νὰ φθάσουν μέχρι βολῆς τὸ μαυροφόρον θαλασσοπούλι. Εἷς γηραιὸς χωροφύλαξ, ἀκολουθούμενος ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς ἀγυιόπαιδας, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν στρατώνα του (ἡ δὲ στρατώνα ἦτο παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἀντικρὺ στὸ Μπούρτσι, εἰς τὸ κατώγι τῆς παλαιᾶς δημαρχίας, γεμᾶτον ἀπὸ βλατοῦδες καὶ ἄλλα ζωύφια, καὶ μὲ δύναμιν δύο χωροφυλάκων), φέρων παλαιὰν σκουροκαραμπίναν κ᾿ ἔτρεξε στὸ Μπούρτσι διὰ νὰ ρίξῃ κατὰ τῆς καλλικατζούνας. Ἐντὸς ὀλίγου ἀντήχησαν τρεῖς, πέντε, δέκα, δώδεκα πυροβολισμοί! Πῶς νὰ γλυτώσῃ τὸ πτωχὸν θαλασσοπούλι!

...ἡ καλλικατζούνα σχεδὸν δὲν τρώγεται, ἤ, τοὐλάχιστον, δὲν χωνεύεται. Ἐὰν παραλίπῃς μετὰ τὸν φόνον νὰ τὴν γδάρῃς ὅπως τὰ συνήθη σφάγια, ἠμπορεῖς νὰ χαλάσῃς μίαν βαρκαδιὰν ξύλα, εἶναι ἀδύνατον νὰ βράσῃ. Ἐὰν τὴν γδάρῃς, καὶ καύσῃς δύο φορτώματα μόνον, ἐντὸς ἑπτὰ ὡρῶν τὸ πολύ, δυνατὸν νὰ βράσῃ. Ἀλλ᾿ οἱ κυνηγοί μας τὸ ἤθελαν διὰ τὸ γέρας καὶ τὸ κατόρθωμα, ὡς ἀληθεῖς φίλαθλοι, παρὰ ἀπὸ γαστρονομικὴν ἐπιθυμίαν.

Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Καλλικατζούνα
https://www.papadiamantis.org/works/58-narration/416-04-66-h-kallikatzoyna-1925

Ο άγγλος φιλέλληνας Edward Lear,
που υπέγραφε ως Λῦαρ,
παρατήρησε την ελληνική ζωοφοβία το 1849-50. 
Περνώντας από την Οθωμανική τότε Θεσσαλία
είδε την πόλη της Λάρισας να έχει γεμίσει από πελαργούς,
επειδή έφευγαν από τον νότο, όπου τους πυροβολούσαν
και ενοχλούσαν οι Έλληνες. Ανοησία, τονίζει, των Ελλήνων
γιατί αυτά τα πουλιά τρώνε επιβλαβή για τη γεωργία έντομα.

Over the land and over the sea


Ἔπειτα ρίχτηκε στὸν καραβόσκυλο τὸν Ζέπο μας, ποῦ τὸν εἶχε ὁ μακαρίτης ζωὴ μαζί του! Τὸν ἔδερνε, τὸν κλωτσοῦσε τὸν ἄφινε νηστικό. Τέλος μιὰ νύκτα τὸν ἔπνιξε μισοκάναλα κι’ ἔφερε ἀπὸ τὴ Μεσσήνα ἕνα κοπρόσκυλο ποῦ βαριόταν καὶ ν’ ἀλυχτήσῃ.

Ανδρέα Καρκαβίτσα, Τελώνια

Καὶ ἅμα ἔβλεπε κανένα ἄλογο νὰ κοντοστέκεται, ἄρχιζε ἀμέσως τὶς βλαστήμιες. Κατέβαζε, ὁ ἄθεος, ὅλα τὰ καντήλια.

Ἀπὸ τὸ κάμα καὶ τὴν πολλὴ κούραση, σκᾶνε σὲ λίγο δυὸ ἄλογα. Ὦχ! ἐκεῖ νὰ ἔβλεπες τὸν παπᾶ! Οὔρλιαζε σὰν λύκος· γύριζε τ’ ἄγριά του μάτια ἐδῶ καὶ κεῖ, ποδοπάταε τὴ γῆ. Ἄξαφνα σηκώνει τὰ χέρια καὶ φασκελώνει τὸν ουρανό.

- Θὲς δὲ θές, Παναγιά, λέει τρέμοντας ἀπὸ λύσσα, ἐγὼ θ’ ἀλωνίσω σήμερα καὶ θὰ ξεσηκωθῶ. Δὲν εἶμαι γυναίκα νὰ φοβηθῶ τὰ ὄνειρα!

Ανδρέα Καρκαβίτσα, Ἐβυθός

Ὁ Ἀρχαιολόγος τῆς ἔσφιξε τὴν οὐρά.

Κὶ ἅμα τὴν κατάλαβε πὼς πονεῖ τὴν ἔσφιξε δυνατὼτερα.
Νιαούριζε, σπαρτάριζε, κάρφωνε τὰ νύχια της στὰ φορέματά
του. Μὰ ἐκεῖ­νος ἥσυχος, μὲ κρύο χαμόγελο τὴν κοίταζε καὶ
τῆς τράβαε τ’ αὐτιά, τῆς στραγγούλιζε τὰ πόδια, τῆς ἔσφιγ­γε
τὸ κεφάλι.
- Καὶ τί σου κάνει τὸ ζῶο καὶ τὸ πιλατεύεις; τοῦ εἶπε ὁ
Δημητράκης ἀπὸ τὴ θέση του.
Ἐκεῖνος τὴ δουλειά του· ἡ γάτα παράδερνε στὰ χέρια του
καὶ νιαούριζε ἀπελπισμένα.



- Μὰ εἶσαι τύραννος! τοῦ φώναξε ἡ Ἐλπίδα μὲ θυμό,

βγάζοντας τὸ ζῶο ἀπὸ τὰ χέρια του.
- Μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων
ἁπάντων, φώναξε ὁ Ἀριστόδημος μὴ δίνοντας προσοχὴ στὰ
λόγια της, τιμιώτερον καὶ ἁγιώτερον καὶ σεμνότερόν ἐστιν
 ἡ πατρίς!...
- Μπράβο! Ξέσπασαν χεροκροτῶντας οἱ νέοι.

Ανδρέα Καρκαβίτσα, Αρχαιολόγος

https://www.openbook.gr/o-archaiologos/


Ἡ Λάμια μία μόνην πρώτην καὶ τελευταίαν φορὰν ἐπέτυχε νὰ τὴν συλλάβη ἀνύποπτον καὶ νὰ τὴν δείρη ἀνηλεῶς. Ἀλλ᾿ οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσε διὰ τῆς ράβδου της νὰ τὴν διδάξῃ, παρὰ μόνον νὰ φυλάττεται, οὐχὶ ὅμως καὶ ν᾿ ἀπέχῃ τοῦ μεταξοστρώτου ἐκείνου παραδείσου. Ἔκτοτε ἐξηκολούθουν καθημερινῶς τῆς γάτας αἱ ὑπὸ τὸ σκέπασμα κατακλίσεις καὶ τῆς γυναικὸς αἱ μάταιαι καταδιώξεις.
[...]
Ἡ ταλαίπωρος Σεμίρα ἐκοιμᾶτο, ὡς φαίνεται, τὴν φορὰν ταύτην μὲ τὰ σωστά της. Ἡ βαρεία ράβδος ὑψώθη καὶ κατέπεσεν ἐπὶ τοῦ μαλακοῦ καὶ ἀναπάλλοντος αὐτῆς σώματος ἅπαξ, δίς, πλειστάκις, ἀπειράκις, ὡς κόπανος πλυντρίας. Μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἠκούσθη ἓν ἥσυχον μιάου-μιάου.
[...]
 Θέλων νὰ τὴν καθησυχάσῃ, ἀνήγγειλεν ὁ ἀγαθὸς διευθυντὴς ὅτι θὰ προβῇ τὴν ἐπιοῦσαν εἰς ἀνακρίσεις πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου. Αἱ ἀνακρίσεις ἐνηργήθησαν, ἀλλ᾿ ἀδύνατον ὑπῆρξε νὰ εὑρεθῆ ὁ τοποθετήσας ὑπὸ τὸ σκέπασμα τὸν κοπανηθέντα πῖλον. Τοῦτο δικαιούμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς μέγα δι᾿ αὐτὸν εὐτύχημα, διότι τρεῖς ἡμέρας ἔπειτα ἀνεσύρετο νεκρὰ ἐκ τοῦ φρέατος ἡ δυστυχὴς Σεμίρα.

Εμμανουήλ Ροΐδη, Ιστορία μιας γάτας
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/emmanuel_roides/history_of_a_cat.htm

Ὁ ἐκ τῆς μαχαίρας πόνος καὶ ἡ αἴσθησις τῆς προσεγγίσεως τοῦ νεαροῦ κυρίου του μετέδωκαν εἰς τὸν Πλούτωνα δυνάμεις ἱκανὰς νὰ συντρίψῃ τὰ δεσμά του καὶ νὰ προβάλῃ κάτωθεν τῆς θύρας τὸν δασύμαλλον αὐτοῦ πόδα καταιματωμένον. Σπαραξικάρδια ἀντήχησε τότε ἡ δυωδία τοῦ πρὸς τῆς κλειστῆς θύρας κλαίοντος παιδίου καὶ τοῦ ὄπισθεν αὐτῆς γοερῶς ὑλακτοῦντος σκύλου. Ὁ θόρυβος ἐκεῖνος προσείλκυσε τὸν ἰατρόν, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ βροντοφώνημα ἠναγκάσθη ὁ ζωοτόμος νὰ ὑπακούσῃ, ἀνοίγων τὴν θύραν. Ὁ Πλούτων ἐχύθη εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ ὀρφανοῦ, ὁ δὲ ἰατρὸς ἐπέδειξε καὶ πάλιν τὴν ἀγαθότητα τῆς ψυχῆς του, δὶς πτύσας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βδελυροῦ δημίου καὶ ἔπειτα περιδέσας μετὰ πάσης ἐπιμελείας τὰς χαινούσας τοῦ θύματος πληγάς, εἰς τὸ ὁποῖον διέταξε νὰ προσφέρωσι πινάκιον γάλακτος καὶ νὰ τὸ ἀφήσωσιν ἔπειτα νὰ ἡσυχάσῃ.
[...]
Ἡ ἐλεεινὴ ἐν τούτοις καὶ ἀλλόκοτος ὄψις τοῦ τυλιγμένου εἰς αἱμοβαφῆ πανία ἐκείνου σκύλου ἐκίνει τὴν περιέργειαν τῶν διαβατῶν καὶ ἐξήγειρε τὴν ἀσυνείδητον παιδικὴν ὠμότητα τῶν ἁγυιοπαίδων, οἵτινες ἔτρεχον κατόπιν αὐτοῦ κραυγάζοντες καὶ λιθοβολοῦντες. Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐξελθόντες οἱ μαθηταὶ τοῦ Λυκείου εἰς τὸν συνήθη ἑσπερινὸν περίπατον ἀνήρχοντο ἐν στρατιωτικῇ παρατάξει τὸν ἀνήφορον τῆς Ἄνω Σύρου. Αἱ τάξεις διεσπάσθησαν ἀμέσως καὶ πάντες ἐτρέξαμεν εἰς βοήθειαν τοῦ κινδυνεύοντος φίλου μας, ἐνῷ ἐπρόβαλε πνευστιῶν ὁ Κάρλος ἐξ ἄλλης ὁδοῦ. Ἀλλ᾿ ἦτο πλέον ἀργά. O Πλούτων, τοῦ ὁποίου ἐξήντλησαν τὰς τελευταίας δυνάμεις ἡ ὁρμὴ τοῦ δρόμου, ὁ τρόμος καὶ οἱ λιθοβολισμοί, κατέπεσε πλησίον τῆς πύλης τοῦ νεκροταφείου, μόλις προφθάσας νὰ γλείψῃ τὰς χεῖρας τοῦ παιδίου πρὶν ἢ ἐκπνεύσῃ πρὸ τῶν γονάτων του.

Εμμανουήλ Ροΐδη, Ιστορία ενός σκύλου
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/emmanuel_roides/history_of_a_dog.htm

"Βρὲ, βρὲ, βρὲ, τί τὸ χτυπᾶς ἔτσι, μὴν τὸ χτυπᾶς, βρέ! Ὦ, τὸ καϋμένο, τί βάρβαροι ἄνθρωποι, τί βάρβαροι!"
[...]

"Τὸ σταυρό σου καὶ σένα, βραχνοφωνεῖ, "γρηὰ καρακάξα!
Ποῦ νὰ σὲ βροῦμε σένα τὴν πολιτισμένη, νὰ τὸ ξεκολλήσῃς
δίχως νὰ τὸ βαρέσῃς!...

Μιχαήλ Μητσάκη, Τὸ κάρρον
http://eimaistahaimou.blogspot.com/2017/08/1868-1916-1988.html


 — Τὴν Παναγία σας μέσα, ἄτιμα!…
Θὰ τραβήξετε ἤ θὰ σᾶς πάρ΄ ὁ διάολος τὸν πατέρα;…

            Καὶ τὰς κραυγάς του συνοδεύει, οὐδ΄ ἐπὶ στιγμὴν διακοπτόμενος, τοῦ καμτσικιοῦ ὁ κρότος, κρὰκ! κρὰκ! κρὰκ! χαρακοῦντος τῶν ἀλόγων τὸ πετσί, ἐμπλεκομένου εἰς τὰς τρίχας των, ξεσχίζοντος καὶ καθαιμάσσοντος αὐτά.
[...]

            — Δὲν τραβᾶτε, μωρὲ ἄτιμα, ἔ;!…, βρυχᾶται. Σταθῆτε νὰ βγάλω τώρα κ΄ ἐγὼ τὸ κλειδί, νὰ σᾶς ἀλλάξω τὸ Χριστό, ρουφιάνικα!…

[...]
Πρὸς τὸν ἀήθη θόρυβον, ἐστάθησάν τινες διαβάται, παρερχόμενοι,
καὶ βλέπουν ἐν περιεργείᾳ ἀδιαφόρῳ.
[...]
Πλὴν, αἰφνιδίως, ἡ θύρα τῆς ἁμάξης ἤνοιξε καὶ ὁ ἐντὸς αὐτῆς ἐξέρχετ΄ ἀποτόμως. Εἶνε ὑψηλὸς ἀνὴρ διοπτροφόρος, καὶ ξανθός, μὲ γενειάδα καταπίπτουσαν μακρὰν ἐπὶ τοῦ στήθους, ταξιδιώτου, προδήλως ξένου. Ἡ ὅλη ὄψις του τὸν παριστᾶ ὠσεὶ ἀρχαιολόγον Γερμανόν, ἤ Ἀμερικανὸν περιηγητὴν
[...]
Διατί κτυπᾶτε ζῶον;… Διατί κτυπᾶτε;… Ἐγὼ δὲν πληρώνει ὑμᾶς, ἄν κτυπᾶτε ζῶον!…
[...]
— Βρὲ κερατά, λέγει, βρὲ κερατά, ἄν δὲν τὸ χτυπήσω,
πῶς θὰ σὲ πάω νὰ κάνῃς τὴν δουλειά σου;!…-

 Μιχαήλ Μητσάκη, Ἄνθρωπη καὶ κτήνη
https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/mhtsakhs_kthnh.html

Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε το Γατί του Μιχαήλ Μητσάκη,
όπου στη Νεάπολη της Αθήνας παρέα ελληνόπαιδων
βασάνισαν και σκότωσαν ένα γατάκι.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολη το 1893,
και ο διευθυντής Βλάσης Γαβρηιλίδης εξέφρασε τη λύπη του,
τονίζοντας ότι «οἱ παῖδες ἔστωσαν γενναῖοι,
ἀλλ' ὅμως οὐδέποτε σκληροί».
Ένα Αμερικάνος δημοσιογράφος, ελληνιστί Ι.Μπάρρος,
προσφέρθηκε να καταβάλλει τα έξοδα έκδοσης
χιλίων αντιτύπων, για να μοιραστούν στα σχολεία.

Παράλληλα προς τα ζωντανά,
ας στέκει και η συμπεριφορά απέναντι στα θνησιμαία.
Με το Ψοφίμι Παπαδιαμάντη
και τον Κυρίαρχο του Καρκαβίτσα
φωτίζεται η δυσκολία
της ελλαδικής γραφειοκρατίας να διαχειριστεί
δίχως καθυστέρηση τα νεκρά ζώα στον δημόσιο χώρο.

Περισσότερα στη διπλωματική εργασία της Ανδριάνας Ταγκαλάκη,


Η παρουσία των ζώων στην πεζογραφία των Ανδρέα Καρκαβίτσα, Μιχαήλ Μητσάκη, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Εμμανουήλ Ροΐδη.
Πανεπιστήμιο Πατρών

https://nemertes.lis.upatras.gr/jspui/bitstream/10889/12014/1/Η%20παρουσία%20των%20ζώων%20στην%20πεζογραφία%20των%20Ανδρέα%20Καρκαβίτσα%2C%20Μιχαήλ%20Μητσάκη%2C%20Αλέξανδρου%20Παπαδιαμάντη%20και%20Εμμανουήλ%20Ροΐδη..pdf

Ας προστεθεί και «Η γάτα του παπά» του Γρηγόριου Ξενόπουλου,
όπου στην Κέρκυρα γατόφιλος παπάς παραπλανά τη γατόφοβη παπαδιά του,
που θέλει να ξεπαστρέψει το ζώο γιατί μπαίνει στην αγία τράπεζα.

«Ε, παιδιά μου», τους έλεγε ο παπα-Ζήσιμος, ενώ έπιναν τον καφέ στη σάλα. «Πόσοι κι από μας τους ανθρώπους δε μαγαρίζουν τα Άγια και δε βεβηλώνουν τα Ιερά κάθε μέρα, χωρίς να ’χουν περισσότερη συναίσθηση από τη γάτα μου! Είδα εγώ τέτοιους στη ζωή μου!… Πρέπει όμως να συγχωράμε αυτούς τους δυστυχισμένους, όπως συγχωράμε και το ζώο που δεν έχει λογικό. Δεν το κάνουν από κακό. Μονάχα δεν ξέρουν τι κάνουν. “Oυκ οίδασι τι ποιούσι”».

«Καλά λέει ο παπάς», επεδοκίμασε ο Γερόλυμος.

«Μπορεί να λέει καλά ο παπάς», είπε τότε η παπαδιά· «εγώ όμως αν ξανακάμει τέτοιο πράμα η γάτα του θα την πνίξω. Δε μου γλιτώνει!».
http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/A-gata.htm

Και μια ζωοθεματική σύνδεση του Μητσάκη με τη σύγχρονη δημοσιογραφία,
με αφορμή βασανισμό αλόγου το 2011 στον δήμο Ολυμπίας.

[...]
Όταν όλοι σχεδόν οι Ελληνες αγρότες είχαν αποκτήσει τρακτέρ, πολλοί θανάτωσαν τα γαϊδούρια τους ή μάλλον επιτάχυναν τον θάνατό τους.
Κάποιοι απλώς τα εγκατέλειπαν δεμένα και χωρίς νερό σε ένα χωράφι, ενώ άλλοι, πιο τολμηροί, περνούσαν δύο σύρματα ανάμεσα στα σαγόνια του ζώου και τα έδεναν σφιχτά στο κεφάλι του, με τρόπο ώστε το στόμα να μένει μισάνοιχτο, ο γάιδαρος να μη μπορεί να φάει και να καταπιεί κι έτσι να πεθάνει από δίψα και ασιτία. Ενας φίλος, που μεγάλωσε σε ένα χωριό της Θεσσαλίας, θυμάται τις μύγες που βούιζαν πάνω από τις αιμάσσουσες πληγές που χάραζε το σύρμα στα μάγουλα του δόλιου του ζωντανού. Ηταν μια σκληρή λύση ανάγκης, καθώς το αγροτικό νοικοκυριό δεν μπορούσε να αντέξει τη συντήρηση και του γαϊδάρου και του τρακτέρ, ενώ τότε μάλλον θα ήταν αδιανόητο να ασκηθεί δίωξη σε αγρότη για παραμέληση όνου.
[...]
Στο χρονογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Θεάματα του Ψυρρή» (1890), ένας μαχαιρωμένος σκύλος οδηγεί μια πομπή περιέργων, αφήνοντας πίσω του μια κατακόκκινη γραμμή σαν νήμα. Η έμφαση δεν δίνεται στον μαχαιροβγάλτη που τραυμάτισε θανάσιμα το τετράποδο ή στο μαρτύριο του σκύλου, αλλά κυρίως στα άκαρδα σχόλια των πιτσιρικάδων, των αργόσχολων, των κουτσαβάκηδων που απολαμβάνουν το θέαμα και περιμένουν να ψοφήσει το ζώο: «Μωρέ, εφτάψυχο το κερατόπιστο! Τρεις ώραις έκανε να ξεψυχήση!.. Βρε το άτιμο!». Όμως, η φοράδα της Ηλείας έσπασε το ρεκόρ του κοπρίτη του Ψυρρή:
εικοσιτέσσερις ώρες χαροπάλευε το ζώο μες στη γράνα.
https://www.kathimerini.gr/opinion/725274/apotypomata-57/

Μακάρι να αποτυπωθεί ισάξια στην πεζογραφία
και η μετάβενιζελική βία στα ζώα

και να συνδέεται το παρελθόν με το παρόν

...ὥσπερ γὰρ ζῴου τῶν ὄψεων ἀφαιρεθεισῶν ἀχρειοῦται τὸ ὅλον,
οὕτω τοῦ παρελθόντος κεκρυμμένου
 τὸ χρονογράφημα πρόσκαιρον γίνεται διήγημα,
ὡς περιστατικοῦ μεμονωμένου...

πριν οι νόμοι κι άλλο σκληρύνουν

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Βαγγέλης Δρίβας, αστυνομικός, Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής «στο πρώτο εξάμηνο του 2019 έγιναν 1.799 καταγγελίες εκ των οποίων μόλις 117 άτομα συνελήφθησαν».

Οι ποινές για τους παραβάτες είναι πλέον βαριές. Πρόκειται για έγκλημα αυτεπάγγελτα διωκόμενο με τη διαδικασία του αυτοφώρου. Το πρόστιμο φτάνει μέχρι τις 30.000 ευρώ, και παράλληλα προβλέπεται και ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνια.
https://www.in.gr/2019/11/02/greece/thlivera-stoixeia-gia-tin-kakopoiisi-zoon-stin-ellada/

2 σχόλια:

  1. Παντελή Πρεβελάκη, «Ο άγγελος στο πηγάδι».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ...όλα φαίνεται να τελειώνουν Μεγάλη Παρασκευή με τον θάνατο-θυσία του αθώου πουλαριού, από την ανοησία και την βιάση των ανθρώπων...
      http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.com/2013/04/blog-post_29.html

      Διαγραφή