Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Πατούχας, δραπέτης βοσκός από Αγιοραβδίτικο Κρυφό Σχολειό



μαρτύρια και μαρτυρίες
 της παιδευτικής Αγίας Ράβδου στα Κρυφά Σχολειά,
του Αναγκαστικού Ξύλου της Γνώσεως
 που βγήκε απ' την Παράδεισο
και εδίδασκε πάλαι ποτέ
γράμματα παιδεμένα


εισαγωγικά απανθίσματα



Παροιμίες Σολομώντος 22,15   

ἄνοια ἐξῆπται καρδίας νέου, ῥάβδος δὲ καὶ παιδεία μακρὰν ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Αμυαλιά απ' την καρδιά του νέου έχει ξεσπιθίσει,  επειδή η παιδαγωγική ράβδος και η αυστηρή διαπαιδαγώγηση βρίσκονται μακριά του.


Παρ. 13,24    ὃς φείδεται τῆς βακτηρίας μισεῖ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ὁ δὲ ἀγαπῶν ἐπιμελῶς παιδεύει.

Το ραβδί του όποιος τσιγγουνεύεται, μισεί τον γιο του, μα αυτός που τον αγαπά επιμελώς τον εκπαιδεύει.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Paroimiai/Paroimiai_kef.10-15.htm#kef.13

___

Ὁ δὲ βασιλεὺς Θεοδόσιος ὀργισθεὶς ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ ἀπεκρίθη βλοσυρῷ τῷ βλέμματι πρὸς Ἀρσένιον λέγων· “Σὺ καθιστᾷς αὐτοὺς βασιλεῖς· οὐχ ὡς δούλους παρέδωκά σοι αὐτούς;

Και ο βασιλιάς Θεοδόσιος οργισμένος που ο δάσκαλος στεκόταν και τα βασιλοπαίδια κάθονταν, είπε βλοσυρά κοιτάζοντας τον Αρσένιο ««Εσύ τους κάνεις βασιλιάδες;; δεν σου τους παρέδωσα για δούλους;;»

[...]
εἰ δὲ μὴ ἔχωσι τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, εὔχομαι αὐτῷ, μᾶλλον ἐκριζωθῆναι αὐτοὺς νηπιόθεν· κρεῖσσον ἡγοῦμαι τεθνάναι αὐτοὺς εὐσεβῶς ἢ βασιλεύειν ἀσεβῶς

Αν δεν έχουν φόβο Θεού, εύχομαι να τα ξεκάμω από μικρά παιδιά, καλύτερα νομίζω να πεθάνουν με ευσέβεια παρά με ασέβεια να βασιλεύουν.
[...]

Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν εὑρὼν ὁ ἅγιος Ἀρσένιος τὸν Ἀρκάδιον περιπεσόντα εἰς παι̣δικὸν πταῖσμα, ἐνέγκας καὶ ἐμβριμησάμενος ἐπιτίθησιν αὐτῷ δεινὴν πληγὴν, ὥστε σχεδὸν ἕως θανάτου τοὺς τύπους τῶν πληγῶν φέρειν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ.

Μια μέρα λοιπόν πέτυχε ο άγιος Αρσένιος τον Αρκάδιο να έχει πέσει σε παιδικό πταίσμα, αφού τον άρπαξε και τον κατσάδιασε τον ξυλοφόρτωσε τόσο, ώστε σαν να πέθαινε υπέφερε το παιδί απ' τις πληγές στο σώμα του.

Γεωργίου Μοναχού ή Αμαρτωλού Χρονικόν Σύντομον
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/Georgius%20Hamartolus_PG%20110/Chronicon%20breve.pdf


....θα κρύβονταν αυτή η παιδαγωγική μας και θα ήταν άγνωστη μέσα στις δίπλες των αιώνων, χωρίς να δώσει λόγο των πράξεων της στην Ιστορία....(Χρήστος Χριστοβασίλης συγγραφέας-δημοσιογράφος, κρυπτοσχολικώς πεπαιδευμένος στην οθωμανική Ήπειρο)



ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ, ΠΑΤΟΥΧΑΣ
(Βιάννος Ηρακλείου,  ~1870)




Ὁ Μανώλης, ὁ ἐπονομασθεὶς οὕτω Πατούχας, εἶχε δείξει ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας τόσην ἀγάπην πρὸς τὴν ποιμενικὴν ζωήν, ὥστε μετὰ δυσκολίας τὸν ἀπέσπασεν ὁ πατήρ του ἀπὸ τὰ πρόβατα, διὰ νὰ τὸν παραδώσει εἰς τὸν διδάσκαλον, ἕνα καλόγηρον, ὅστις πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἀνοίξει σχολεῖον, ὅπου ἔδιδε περισσοτέρους ραβδισμοὺς παρὰ μαθήματα. Ὁ καλόγηρος ἐδίδασκε τὰ κοινὰ ἤ ἐκκλησιαστικὰ λεγόμενα γράμματα καὶ κατήρτιζεν ἀναγνώστας, δυναμένους νὰ ψάλλουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ φέροντας εἰς τὴν ζώνην, ὡς ἔμβλημα τῆς ἀξίας των, τὸ μακρὸν ὀρειχάλκινον καλαμάρι. Ἀλλ' εἰς διάστημα δεκαπέντε ἡμερῶν ὁ Μανώλης δὲν κατώρθωσε νὰ μάθῃ τίποτε περισσότερον απὸ τὴν φράσιν «Σταυρὲ βοήθει», τὴν ὁποία προέτασσον τότε τοῦ ἀλφαβήτου. Ὁ δὲ διδάσκαλος, ἀφοῦ εἰς μάτην ἐξήντλησεν ἐναντίον του ὅλας τὰς δευτερευούσας τιμωρίας καὶ ἔσπασεν εἰς τὴν ράχην του δεκάδας ράβδων, ἐδοκίμασε καὶ τὸν περιβόητον φάλαγγα. Ὁ Μανώλης, ὅστις εἶχε φοβεράν ιδέαν περὶ τοῦ διδακτικοῦ τούτου κολαστηρίου, ἀντέταξεν ἀπελπιστικὴν ἀντίστασιν ἀλλ' ὁ καλόγηρος, βοηθούμενος ὑπὸ τῶν πρωτοσκόλων (των αρίστων), κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ τὰς γυμνάς του κνήμας εἰς τὸν φάλαγγα καὶ νὰ τοῦ μετρήσῃ εἰς τὰ πέλματα παρὰ μίαν τεσσαράκοντα. (39)

Τὸ παιδίον αἱμάσσον τοὺς πόδας, ὠρκίσθη νὰ μὴ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν κόλασιν ἐκείνην. Ἀλλά καὶ ὁ πατήρ του εἶχεν ὀρκισθεῖ «νὰ τὸν κάμῃ ἄνθρωπον»· δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ τὸ παιδί του, ὅπως αὐτός, ξύλον ἀπελέκητον καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τὸν ὠδήγησε διὰ τῆς βίας εἰς τὸ σχολεῖον, κλαίοντα καὶ ἰκετεύοντα, καὶ ἔδωκε πρὸς τὸν διδάσκαλον τὴν φοβερὰν παραγγελίαν: «Μόνο τὰ κόκαλα γερά, δάσκαλε». Ὁ δάσκαλος ἠκολούθησεν εὐσυνειδήτως τὴν πατρικὴν ἐντολήν, ἀλλ' ὁ Μανώλης, ὁ ἀμεσότερον ἐνδιαφερόμενος, δὲν συνεμερίζετο τὴν γνώμην τοῦ πατρός του· καὶ μίαν ἡμέραν ἐκσφενδονίσας κατὰ τοῦ δασκάλου τὴν ἐπὶ καλάμου προσηρμοσμένην φυλλάδα, ἐτράπη εἰς φυγήν. Ἀντὶ δὲ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πατρικὴν οἰκίαν, ὁπόθεν θὰ ὠδηγεῖτο πάλιν τὴν ἐπιοῦσαν πρὸς τὸν φοβερὸν καλόγηρον, ἐτράπη τὴν πρὸς τὰ ὄρη ἄγουσαν καὶ μετά τινας ὥρας εὑρίσκετο εἰς τὴν μάνδραν τοῦ πατρός του.

Ὅταν ἔφθασεν ἐκεῖ ἐπάνω, ἐν μέσῳ τῶν γνωρίμων βουνῶν, τῶν γνωρίμων δένδρων καὶ τῶν γνωρίμων ζώων, τῶν μόνων του ἀληθινῶν γνωρίμων καὶ φίλων, τὸν κατέλαβεν ἡ συγκίνησις καὶ ἡ χαρά του ἀνθρώπου του ἐπιστρέφοντος εἰς τὴν πατρίδα του, τὴν ὁποίαν δὲν ἤλπιζε νὰ ἐπανίδῃ. Καὶ θὰ ἐχοροπήδα ὡς τρελός, ἄν δὲν ἐμετρίαζε τὴν χαράν του ὁ φόβος, ὅτι ὁ πατήρ του θὰ ἤρχετο, διὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ σχολεῖον. Ἡ ἐπιμονὴ αὕτη τοῦ ἐφαίνετο τελείως ἀδικαιολόγητος. Τί τὰ ἤθελε τὰ γράμματα, ἀφοῦ ἔτσι ἦτο τόσον καλά, τόσον εὐχαριστημένος; Αὐτός ὅ,τι ἐπεθύμει διὰ νὰ εἶνε εὐτυχής, τὸ εἶχε· ἤθελε νὰ εἶνε βοσκὸς καὶ ἦτο βοσκός. Διατί τὸν ἀπέσπασαν απὸ τὴν εὐτυχίαν του καὶ τὸν κατεδίκασαν νὰ κάθεται ἐπὶ ὥρας ἀκίνητος, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν βλοσυρῶν βλεμμάτων ἑνὸς κακοῦ ἀνθρώπου, μεταξὺ τεσσάρων τοίχων; Διὰ νὰ μάθῃ γράμματα; Τί νὰ τὰ κάμῃ τὰ γράμματα; Αὐτὸς πάντοτε θὰ ἐγίνετο βοσκὸς καὶ κανεὶς απὸ τοὺς βοσκοὺς ποὺ ἐγνώριζε δὲν ἦτο γραμματισμένος. Εἶχεν ἄλλως σχηματίσει πεποίθησιν ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ μάθῃ γράμματα. Τὰ εἶχε πάρει ἀπὸ φόβον. Ἔπειτα ὁ τρόμος, τὸν ὁποῖον τοῦ ἐνέπνευσεν ὁ δάσκαλος, τοῦ ἔφερε τοιαύτην ταραχήν, ὥστε παρέλυεν ἡ μνήμη καὶ γλῶσσα τοῦ ὁμοῦ. Διὰ νὰ συνηθίσῃ νὰ μὴ λέγῃ τὸ Α ἄφλα, ἔφαγε ἀμέτρητα χαστούκια· ἅμα δ' ἐμάνθανεν ἕν τῶν γραμμάτων τοῦ ἀλφαβήτου, ἐλησμόνει τὸ προηγούμενον καὶ ἅμα ἤρχετο πλησίον τοῦ ὁ δάσκαλος, τὰ ἐλησμόνει ὅλα ἤ ἔλεγεν ἄλλ' ἀντ' ἄλλων.

Καὶ ὅμως αὐτός, ὅστις δὲν κατώρθωνε νὰ μάθῃ τὰ εἰκοσιτέσσερα γράμματα, ἐγνώριζεν ὅλα τῶν τὰ γιδοπρόβατα ἕνα ἕνα· καὶ δὲν εἶχαν λίγα. Πῶς συνέβαινεν, ὡς βοσκόπουλον νὰ εἶνε ξεφτέρι, καὶ εἰς τὸ σχολεῖον ν' ἀποσβολωθῇ ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ διαφέρῃ ἀπὸ τὸ σκαμνὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκάθητο; Ἠμποροῦσαν τ' ἄλλα παιδιὰ νὰ σφυρίξουν σὰν αὐτὸν καὶ νὰ ρίξουν τὴν πέτρα μακρύτερα «αποβοσκιστή»; Ἤξερε κανεὶς σὰν αὐτὸν τα σημάδια τῶν γιδοπροβάτων; Αὐτὸς καὶ τῶρα, ἄν τὸν ἄφηναν, ἦτο ἱκανὸς ν' ἀρμέξῃ καὶ νὰ τυροκομήσῃ ἀκόμη.

Ὅταν ἐπανῆλθεν εἰς τὰ βουνά του, σἂν νὰ ἔφυγε μία ὀμίχλη σκοτεινὴ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλόν του καὶ ἕνα βάρος ποὺ ἐδέσμευε τὰ μέλη του. Τοῦ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο ἐλεύθερος, ὅπως τὰ πουλιὰ ποὺ ἐπετοῦσαν γύρω του.

Ἐπαναβλέπων τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀδελφούς του, ποτέ δὲν ἠσθάνθη τὴν χαράν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο ἐπαναβλέπων τῶρα τὰ γνώριμα μέρη, τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας, αἵτινες τὸν προσέβλεπον μὲ μίαν ἐνατένισιν εὐχαρίστου ἐκπλήξεως, ὡς νὰ τοῦ ἔλεγον: «Καλῶς τονε! τί μᾶς ἔγινες τόσον καιρόν;» Καὶ μὲ γενικὸν κωδωνισμὸν ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἐώρταζαν τὴν ἐπάνοδόν του. Ἡ ἀληθινή του οικογένεια ἦσαν τὰ ἄκακα ἐκεῖνα ζώα καὶ τ' ἀκόμη ἀγαθότερα δένδρα, καὶ οἱ βράχοι, καὶ τ' αγριολούλουδα ποὺ τοῦ ἀπηύθυνον, ἔλεγες, φιλικὸν χαιρετισμόν, ὅπως ἐσείοντο εἰς τοὺς κρημνούς. Ὅλα, ζωντανὰ καὶ ἄψυχα, τοῦ ἐγελούσαν μὲ στοργήν, τὴν ὁποίαν μόνον εἰς τὸ μητρικὸν ἵσως πρόσωπον ἔβλεπε. Καὶ αὐτοὶ οἱ κόρακες, οἵτινες διήρχοντο, κρώζοντες ὑψηλὰ εἰς τὸν ἀέρα, τοῦ ἐφαίνοντο φίλοι.

Οἱ σκύλοι τῆς μάνδρας εἶχαν σπεύσει εἰς προϋπάντησίν του, τρελοὶ ἀπὸ χαράν. Ὅταν δὲ συνηντήθησαν, ὁ Μανώλης ἐκυλίσθη μετ' αὐτῶν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀποδίδων τὰς θωπείας, ὡς σκύλαξ, καὶ ὁμιλῶν πρὸς αὐτούς ὡς νὰ ἦσαν ἄνθρωποι:

— Ἐσεῖς ἐλέετε πῶς δὲ θὰ ξανάρθω στὰ ὠζά, αἴ; Κἐγὼ τὸ φοβήθηκα. Αἴ, μωρὲ παιδιά, κακὰ ποὖνε στὸ χωριό, σὰ σὲ βάλουνε καὶ στὸ σκολειό! Κατέχετε εἶντά 'ναι τὸ σκολειό; Ἕνα σπίτι ποὺ πᾶνε κάθε μέρα τὰ κοπέλια κἐκ' εἶν' ἕνας καλόγερος, ποὺ τόνε λένε δάσκαλο, καὶ τὰ δέρνει.

Ἀπὸ εὐνόητον λεπτότητα, ὁ υἱὸς τοῦ Σαϊτονικολὴ ἀπέφυγε νὰ διηγηθῇ πρὸς τοὺς φίλους του, τὸ ταπεινωτικόν ἐπεισόδιον τοῦ φάλαγγα. Ἐξέφρασε μόνον πρὸς αὐτούς τὴν ἐναντίον του καλογήρου ἀγανάκτησίν του καὶ εἶπεν ὅτι βέβαια, ἄν τὸν συνήντων καμμίαν ἡμέραν, θὰ τοῦ τὸν ἐσυγύριζαν καλὰ μὲ τὰ δόντια των.

Ὡς προέβλεπεν ὁ Μανώλης, ὁ πατήρ του μετέβη εἰς τὴν στάνην, μὲ σκοπὸν νὰ τὸν ὲπαναφέρῃ διὰ τῆς πειθοῦς ἤ καὶ διὰ τῆς βίας εἰς τὸ σχολεῖον. Μετέβη πολλάκις, ἀλλ' εἰς μάτην ἐκοπίασεν. Ἅμα τὸν ἔβλεπεν ὁ Μανώλης, ἔφευγεν ὡς ἀγρίμι, καὶ ἐκραύγαζε κλαίων:

— Δὲ θέλω γράμματα! Δὲ θέλω!

Ἐφοβέριζε δὲ ὅτι, ἄν ὁ πατέρας του ἐπέμενε, θὰ ἔπεφτε νὰ σκοτωθῇ εἰς τὴν παρακειμένην χαράδραν.

Καὶ εἶχε τόσην εἰλικρίνειαν εἰς τὴν φωνὴν καὶ τόσην ἀποφασιστικότητα εἰς τὸ βλέμμα, ὥστε ὁ Σαϊτονικολὴς ἐφοβήθη ὅτι, ἄν ἐπεχείρει νὰ μεταχειρισθῇ βίαν, θὰ ἐξετέλει τὴν ἀπειλήν του. Ἐπὶ τέλους δὲ ἀπελπισθείς, τὸν ἀφῆκε στὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ. Θέλω, παιδί μου, νἄχῃς χίλια πρόβατα, μὰ σὰ δὲ θὲς ἐσύ, οὐρὰ μὴν ἀποστάξῃς*. Καὶ θὰ δοῦμε ποιὸς θὰ τὸ μετανοιώσῃ.

Εἰς τήν ἐρημίαν, εἰς τὴν σιγὴν τῶν βουνῶν καὶ τῶν χειμαδίων, ὁ Μανώλης δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐξαγριωθῇ τελείως. Εἰς τοῦτο δὲ συνετέλεσε μεγάλως καὶ ἡ φοβερὰ ἀνάμνησις τοῦ σχολείου. Ὁ φόβος, ποὺ τοῦ ἐνέπνευσεν ὁ δάσκαλος, μετεβλήθη εἰς γενικὴν ἀνθρωποφοβίαν. Ἐφοβείτο μὲ τὸ δέος τοῦ ἀγρίου ζώου καί, ὅπως τοῦτο, ἅμα ἔβλεπεν ἄνθρωπον, ἦτο ἕτοιμος νὰ τραπῇ εἰς φυγὴν καὶ νὰ κρυβῇ. Οἱ μόνοι ἄνθρωποι τοὺς ὁποίους δὲν ἐφοβεῖτο ἦσαν οἱ σύντροφοί του, ποιμένες καὶ τυροκόμοι, ἡμιάγριοι, ὡς αὐτός. Ἀλλ' ἑνὼ οὗτοι κατέβαινον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς τὸ χωριό, διὰ νὰ ἐκκλησιάζωνται καὶ μεταλαμβάνουν, ὁ Μανώλης οὐδὲ τὴν ἀνάγκην ταῦτην ἠσθάνετο. Ἀπὸ τὴν θρησκείαν διετήρει μίαν ἰδέαν στοιχειώδη καὶ ἀμυδράν. Ἐγνώριζε συγκεχυμένα τινὰ περὶ Κολάσεως καὶ Παραδείσου, ἤξευρε τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀξιοθρηνήτως στρεβλωμένα, ἀλλ' ἡ προσευχή του συνίστατο κυρίως εἰς σταυροὺς καὶ γονυκλισίας. Ὅταν ἤστραπτε κἐβρόντα, ἐσταυροκοπεῖτο ἔμφοβος, ψιθυρίζων: «Μήστητί μου, Κύριε, μήστητί μου Κύριε!» Διότι τὴν βροντήν ἐθεώρει ὡς τὴν ἀπειλὴν τῆς θείας αγανακτήσεως, ὅπως εἰς τὴν χαρμονὴν τῆς ἀνθισμένης καὶ φωτολουσμένης φύσεως ἔβλεπε τὸ μειδίαμα τῆς θείας ἀγαθότητος. Ὁ Θεός του ἦτο γέρων πελώριος, μὲ βαθὺν λευκὸν πώγωνα καὶ δασείας ὀφρύς, κατοικῶν εἰς τὸν εὐρὺν οὐρανόν, ὁπόθεν τὸ ὀργισμένον του βλέμμα διέχυνε τὴν φρικαλέαν ἀστραπὴν μεταξὺ τῶν νεφῶν.

Δὲν ἐλύπησε τόσον τοὺς γονεῖς του ἡ ἐγκατάλειψις τῶν μαθημάτων, ὅσον τοὺς ἀνησύχει ἡ λήθη τῶν θρησκευτικῶν του καθηκόντων. Ἔτος καὶ πλέον εἶχε παρέλθει ἀπὸ τῆς ἀποδράσεώς του καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο οὔτε ἐκοινώνησεν, οὔτε ἐλειτουργήθη εἰς ἐκκλησίαν. Καὶ ἔφτυσεν αἷμα ὁ πατέρας του διὰ νὰ τὸν πείσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωριό, ἁπλώς καὶ μόνον διὰ νὰ μεταλάβῃ. Τοῦ ἔδωκεν ὑποσχέσεις, τὸν ἐφοβέρισεν ὅτι θὰ ἐκολάζετο, τοῦ εἶπεν ὅτι ἡ μητέρα του ἔκλαιεν, ἐπιθυμοῦσα νὰ τὸν ίδῃ, ἀλλ' ἔμεινεν ἀμετάπειστος· μόνον δὲ ὅταν τοῦ εἶπεν ὅτι, ἐπιμένων νὰ μὴ πηγαίνῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ νὰ μὴ μεταλαβαίνῃ, θὰ ἐγίνετο Τούρκος, διότι καὶ οἱ Τούρκοι οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν πηγαίνουν, οὔτε μεταλαβαίνουν, ἤρχισε νὰ σκέπτεται καὶ ἐπὶ τέλους συγκατένευσεν.

Εἰς τὸ χωριό κατέβη νύκτα καὶ τὸ πρωὶ μεταβὰς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐλούφαξεν εἰς μίαν γωνίαν, ὡς λαγός, ὅστις αἰσθάνεται τὸν γύπα περιϊπτάμενον, ἀφοῦ δ' ἐκοινώνησεν, ἀνεχώρησεν ἀμέσως εἰς τὰ ὄρη. Βαθμηδὸν ὅμως ἀνεθάρρησεν, καὶ κατέβαινε δύο καὶ τρεῖς φορὲς τὸ ἔτος, διὰ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Διετήρει ὅμως πάντοτε τὴν νευρικὴν ἀνησυχίαν καὶ τὸ σπινθηροβόλημα τῶν ὀφθαλμῶν θηρίου ἀτελῶς δαμασθέντος.

Εἰς τὴν βαθμιαίαν ταῦτην ἐξημέρωσιν συνετέλεσαν πρὸ πάντων αἱ προσπάθειαι τῆς μητρός του, ἥτις συνοδεύουσα αὐτὸν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὸν ἐδίδασκε πὼς νὰ φέρεται. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ἐπρεπε νὰ μένῃ ἐπ' ὀλίγον εἰς τὴν αὐλὴν τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ χαιρετᾶ τοὺς χωριανούς, θέτων τὸ χέρι ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ ὑποκλίνων τὴν κεφαλήν: «Καλὴ μέρα τσ' ἀφεντιᾶς σας». Ἔπειτα ν' ἀκροάται τοὺς χωριανοὺς συζητοῦντας καὶ λύοντας τὰς διαφοράς των, ἐνώπιον τῶν προεστῶν, «γιὰ νὰ παίρνῃ πράξι». Εἰς τὸ τέλος δέ, ὅταν θὰ ἐξήρχετο ὁ παπάς, νὰ πλησιάζῃ, νὰ τοῦ φιλῇ τὸ χέρι καὶ νὰ φεύγῃ. Ὁ Μανώλης ἠκολούθει τὰς συμβουλὰς τῆς μητρός του ἐπί τινα καιρὸν καὶ ἤρχισε μάλιστα νὰ τοῦ ἀρέσῃ ἡ ἐκκλησία, προπάντων ὅταν ἐμοίραζαν κόλλυβα ἤ άρτον.

Ἀλλά δὲν ἠδύνατο ἀκόμη νὰ ἐξοικειωθῇ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, τινές δε ἤρχισαν νὰ μαντεύουν τὴν ἀνθρωποφοβίαν του, διότι τοιαῦτα φαινόμενα δὲν ἦσαν τότε καὶ δὲν εἶνε ἵσως ἀκόμη σπάνια εἴς τινα χωριὰ τῆς Κρήτης. Ἡμέραν τινά, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὁ Βούργαρης, ἕνας ἀστείος χωρικός, τον επλησίασε μὲ τρόπον καὶ αἰφνιδίως δι' ὅλης του τῆς πνοῆς ἐξεφύσησε δοῦπον βροντώδη, πούφ! Ὁ δὲ Μανώλης, ἐκταραχθείς, ὡς αἴλουρος, ἀνεπήδησε καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν, ἐνὼ κατόπιν αὐτοῦ οἱ χωρικοὶ ἀνεκάγχαζον καὶ ἐκραύγαζον, ὅπως κατόπιν λαγοῦ φεύγοντος καὶ καταδιωκομένου ὑπὸ σκύλων:

— Οὐ, μωρέ, πιάσ' τονε!

Μετὰ τὸ κωμικὸν τοῦτο πάθημα, διέκοψεν ἐπὶ μακρὸν πάλιν τὰς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους σχέσεις του. Ὁσάκις δὲ κατέβαινε διὰ να μεταλάβῃ, δὲν ἐχρονοτρίβει πλέον εἰς τὴν αὐλήν, ἀλλ' ἀμέσως ἀνεχώρει.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3566,14956/index_a_03_01.html (Β' Λυκείου ερώτημα: Γιατί κατά τη γνώμη σας ο Μανόλης δεν έπαιρνε τα γράμματα; Του έλειπε η νοημοσύνη ή για άλλους λόγους και ποιους;)



ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΚΟΡΑΗ, ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
(Σμύρνη, ~1760)



Πυρωμένος ἀπὸ τόσον ἔρωτα παιδείας ὁ πατήρ μου, ἀκόλουθον ἦτο νὰ φροντίσῃ
τὴν παιδείαν τῶν τέκνων του. Ἂν ὁ πάππος μου ἔζη ἀκόμη, εἰς ἐκεῖνον ἀδιστάκτως ἤθελεν ἐμπιστευθῆ τὴν φροντίδα· ἀλλ’ ὁ θάνατος ἐκείνου τὸν ἠνάγκασε νὰ μᾶς παραδώςῃ εἰς τὸ τότε πρὸ μικροῦ συσταθὲν ἑλληνικὸν σχολεῖον ἀπὸ ἄνδρα Χῖον, Παντολέοντα τὸν Σεβαστόπουλον, τὸ ὁποῖον ἐσχολαρχεῖτο τότε ἀπὸ Μοναχὸν τινά, Ἰθακήσιον τὴν πατρίδα. Ὁ διδάσκαλος καὶ τὸ σχολεῖον, ὠμοίαζαν ὅλους τούς ἄλλους διδασκάλους καὶ τὰ σχολεῖα τῆς τότε Ἑλλάδος, ἤγουν ἔδιδαν διδασκαλίαν πολλὰ πτωχήν, συνωδευμένην μὲ ραβδισμὸν πλουσιοπάροχον. Τόσον ἄφθονα ἐξυλοκοπούμεθα, ὥστε ὁ ἀδελφὸς μου μὴν ὑποφέρων πλέον, παραιτήθη τὴν ἑλληνικὴν παιδείαν καὶ παρὰ γνώμην τῶν γονέων μας.
https://www.aplotaria.gr/wp-content/uploads/ΤΟ-ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ-ΚΕΙΜΕΝΟ-ΤΗΣ-ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ..pdf



ΦΑΝΕΡΟ ΣΧΟΛΕΙΟ 
ΚΑΙ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ 


Ο Παπαδιαμάντης, μαθητής του σχολαρχείου στα 1860, ξεχωρίζει για τις επιδόσεις του σύμφωνα και με τη μαρτυρία του δασκάλου του Γ. Γιωργάρα, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει: «είχε μυαλό, μα ήταν στραβόξυλο και πολλές φορές τον κακομεταχειρίστηκα για τα πείσματα και τη παραξενιά του». Το γεγονός αυτό, αν συνδυαστεί μάλιστα και με τη μαρτυρία του ίδιου εκπαιδευτικού που όταν κάποτε αντάμωσε τον Ππδ. στην Αθήνα «ο τελευταίος μόλις τον πήρε μάτι άλλαξε δρόμο», ερμηνεύει εν μέρει και την έμμεση, αλλά σαφή καταγγελτική στάση του Σκιαθίτη διανοητή, απέναντι σε περιστατικά εφαρμογής αυταρχικής παιδαγωγικής σε όλο το έργο του.

από
http://www.elliepek.gr/documents/8o_synedrio_eisigiseis/Κρουσταλάκης.pdf



ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, Η ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ
(~1890, Ηράκλειο)


Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι- κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα- μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.- Ετούτος είναι ο γιος μου, του 'πε ο πατέρας μου. Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.- Το κρέας δικό σου, του 'πε, τα κόκαλα δικά μου- μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.- Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη- έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.
[....]
Μας είχε έρθει σπουδασμένος από την Αθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Νέα Παιδαγωγική. *(Ερβαρτιανό σύστημα, του Johann Friedrich Herbart, https://www.ekpaideyo.gr/ekpaideytika-themata/1816--j-f-herbart)*  Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική· μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος· η Παιδαγωγική έλειπε, θα 'ταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. Έπρεπε, λέει, ό,τι μαθαίναμε να το βλέπαμε και να το αγγίζαμε ή να το ζωγραφίζαμε σ' ένα χαρτί γεμάτο κουκκίδες. Και τα μάτια μας τέσσερα· αταξίες δε θέλει, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα· και σταυρό τα χέρια. Και στο δρόμο, όταν δούμε παπά, να του φιλούμε το χέρι. «Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!» Κι αλήθεια είδαμε· όταν κάναμε καμιά αταξία ή όταν δεν ήταν στα κέφια του, μας ξεκούμπωνε, μας κατέβαζε τα πανταλονάκια και μας έδερνε κατάσαρκα με το βούρδουλα· κι όταν βαριόταν να ξεκουμπώσει, μας έδινε βουρδουλιές στ' αυτιά, ωσότου έβγαινε αίμα.
Μια μέρα έδεσα κόμπο την καρδιά μου, σήκωσα το δάχτυλο:
— Πού είναι, κυρ δάσκαλε, ρώτησα, η Νέα Παιδαγωγική; γιατί δεν έρχεται στο σκολειό;
Τινάχτηκε από την έδρα, ξεκρέμασε από τον τοίχο το βούρδουλα.
— Έλα εδώ, αυθάδη, φώναξε, ξεκούμπωσε το πανταλόνι σου.
Βαριόταν να το ξεκουμπώσει μόνος του.
— Να, να, να, άρχισε να βαράει και να μουγκρίζει.
Είχε ιδρώσει, σταμάτησε.
— Να η Νέα Παιδαγωγική, είπε, κι άλλη φορά σκασμός!

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2583,21824/index06_02.html (Α' Γυμνασίου ερώτημα: O δάσκαλος της τετάρτης δημοτικού είχε θεωρητικά ασπαστεί τις αρχές της Νέας Παιδαγωγικής. Τι νομίζετε ότι πρέσβευε η Νέα Παιδαγωγική και τι εφάρμοζε στην πράξη ο δάσκαλος;)




ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΚΟΛΕΙΟΥ
(Μικρό Σουλόπουλο Ιωαννίνων ~1870, Ήπειρος)


Επειδή κανένας άλλος διηγηματογράφος δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε ή δεν το σκέφτηκε ή, το σωστότερο, δεν είχε την τύχη τη δική μου, να υποφέρει όσα υπέφερα εγώ στα πρώτα βήματα του μαθητικού μου βίου, και να λάβει ως θέμα τη μαύρη εποχή της νεοελληνικής παιδαγωγικής, που  βασίλευε στην ιδιαίτερη μου πατρίδα ως τα 1878 απάνω κάτω, καθώς και σ' όλες τις άλλες ελληνικές επαρχίες που βρίσκονταν κάτω από το σκληρό και βαρύ ζυγό του Τούρκου και του Δασκάλου, σκέφτηκα να το πράξω εγώ, που είμαι ένας από τους παθόντες αυτής της τυραννικής παιδαγωγικής, που λίγο έλειψε, αν δεν σύντρεχαν κάποιες έκτακτες αιτίες, να μείνω για πάντα αγράμματος. Και, μα την αλήθεια, αν δεν επιχειρούσα να συγγράψω αυτά τα λίγα διηγήματα, και τα πλειότερα μάλιστα εδώ στο χωριό μου, στον τόπο που διαδραματίστηκαν, θα κρύβονταν αυτή η παιδαγωγική μας και θα ήταν άγνωστη μέσα στις δίπλες των αιώνων, χωρίς να δώσει λόγο των πράξεων της στην Ιστορία. Ο σκοπός λοιπόν της συγγραφής των διηγημάτων, που βρίσκονται σ' αυτή τη συλλογή, δεν είναι μόνο λογοτεχνικός και ηθογραφικός, αλλά και ιστορικός - και προπάντων ιστορικός. Αλλά κι άλλος ένας ακόμη σπουδαίος σκοπός με παρακίνησε να προβώ σ' αυτή τη συγγραφή- ο σκοπός του να παραστήσω στο σημερινό και τον αυριανόν ελληνικό μαθητικό κόσμο, με πόσα βάσανα και με πόσες τυραννίες και πίκρες μάθαιναν οι καημένοι οι πατέρες του τα γράμματα που μαθαίνει αυτός σήμερα, ή θα μάθει αύριο με τόση λευτεριά, με τόσες διασκέδασες, με τόσα χάδια και με τόσες ευκολίες, έχοντας δασκάλους όχι κακουργομαθημένους τυραννίσκους και αγράμματους το πλειότερο, αλλ' ήμερους ανθρώπους, φίλους του αληθινούς.


Ονειρευόμουν το σκολειό, όχι όπως είναι τα σκολειά, αλλ' όπως το' χε φκιάσει η παιδική μου φαντασία, κι έβλεπα (γιατί δεν είχα ιδεί ως τότε σκολειό με τα μάτια μου) τον Παπ' Αντριά, το δάσκαλο μου, από τη μέση κι απάνω ένα φοβερό δράκοντα, που βαστούσε στο δεξί του χέρι βέργα του δαρμού, σουβλιά και φέλεκα, και στο ζερβί ένα κρανίο πεθαμένου, τα τέσσερα σύμβολα της βάρβαρης παιδαγωγίας, εκείνης της μαύρης γραμματειακής εποχής, ενώ ένα δάφνινο στεφάνι, το στεφάνι του  μαθητικού μαρτυρίου, που κυμαίνονταν στον αέρα σαν περιστέρι, ήρθε και πιθώθηκε απάνω στο κεφάλι μου.


Ο Παπ' Αντριάς, ο δάσκαλος μας, γνήσιος εκείνου του καιρού, χωρίς να' ναι καλύτερος ή χειρότερος από κανένα συνάδερφο του, όχι βέβαια στες γνώσες και στη μάθηση, αλλά στην παιδαγωγική μόρφωση, ήταν ένα είδος τύραννου, ένα είδος βασανιστικός δήμιος, που εκείνους που  βασανίζουν τους μάρτυρες της θρησκείας μας που άγιασαν. Είχε εξορισμένο το γέλιο ή το μειδίαμα από τα χείλια του κι από το πρόσωπο του και φημίζονταν στα περίχωρα μας ως πολύ καλός δάσκαλος, γιατί έδερνε αλύπητα και τιμωρούσε ασυνείδητα, και τον παρομοίαζαν στην παράλογην αυστηρότητα με το δάσκαλο τον Καλτσόγια από του Γραμμένου, τη γενέτειρα των Ζωσιμάδων [...].

Άμα έφυγε η μάνα μου, ο δάσκαλος, άγριος και βλοσυρός, άρπαξε μια βέργα από τες κρεμασμένες στον τοίχο και την τσάκισε στες πλάτες και στους αρμούς του Μήτρου, επειδή δεν ήθελε να ’ρθει μόνος του στο σκολειό, κι ενώ ο άμοιρος αυτός φώναζε μ’ όλα του τα δυνατά:
     ─ Έφταιξα ο μαύρος, δάσκαλε! Δεν το ματακάνω!
     Ο δάσκαλος εξακολουθούσε να σπάζει βέργες απάνω του!
     Ύστερα από το γενναίο δαρμό του Μήτρου και το λύσιμό του, μας έδωκε ολωνών ο δάσκαλος από ένα πλατύ κόκκαλο, πλάτη τραγίσια, που ήταν απάνω γραμμένο με το χέρι ένας σταυρός, αρχή - αρχή τα εικοσιτέσσερα γράμματα της Αλφαβήτας κι οι δέκα αριθμοί.
     Από την αριστερή άκρη αυτής της κοκκάλας, που ’ναι σαν γωνιά τριγώνου, κρέμονταν δεμένο με σπάγκο ένα λιανό ξυλαράκι σε σχήμα και μέγεθος κοντυλοφόρου, που λέγονταν «δειχνί», γιατί θα δείχναμε μ’ αυτό τα γράμματα που θα μαθαίναμε να διαβάζομε.
     Άμα τέλειωσε η διανομή αυτού του παράξενου μονοσέλιδου κι άχαρτου βιβλίου, άρχισε ο δάσκαλος να μας διαβάζει όλους μαζί, κι εμείς επαναλαβαίναμε σαν παπαγάλοι ό,τι μας έλεγε αυτός, δείχνοντας με το δειχνί το κάθε ψηφί.
     ─ Σταυρέ, βοήθει μοι! Άρχισε ο δάσκαλος. Το δειχνί στο σταυρό απάνω!
     ─ Σταυρέ, βοήθει μοι! Επαναλαβαίναμε κι εμείς. Το δειχνί στο σταυρό απάνω!
     ─ Όχι, μωρέ ζαγάρια, το δειχνί στο σταυρό απάνω! Φώναζε ο δάσκαλος με θυμό.
     ─ Όχι, ζαγάρια, το δειχνί στο σταυρό απάνω! Επαναλάβαμε κι εμείς πάλε μηχανικά, κι όσο να καταλάβομε ότι δεν έπρεπε να επαναλαβαίνουμε τη φράση «το δειχνί στο σταυρό απάνω», πέρασε κάμποση ώρα κι έφαγαν αρκετούς μπάτσους ο Γιώργος, ο Μήτρος κι ο Γιάννης, οι συμμαθητάδες μου.
     ─ Άλφα, ο δάσκαλος. και το δειχνί απάνω στην άλφα, που ’ναι ύστερα από το σταυρό.
     ─ Άλφα! Κι εμείς όλοι μαζί.
     ─ Βήτα! ο δάσκαλος. Βήτα! κι εμείς.
     ─ Γάμα! ο δάσκαλος. Γάμα! κι εμείς.
     ─ Δέλτα! ο δάσκαλος. Δέλτα! κι εμείς.
     ─ Έψιλον! ο δάσκαλος. Έψιλον! κι εμείς.
     ─ Ζήτα! ο δάσκαλος. Ζήτα! κι εμείς.
     ─ Ήτα! ο δάσκαλος. Ήτα! κι εμείς.
     ─ Θήτα! ο δάσκαλος. Θήτα! κι εμείς.
     ─ Γιώτα! ο δάσκαλος. Γιώτα! κι εμείς.
     ─ Κάππα! ο δάσκαλος. Κάππα! κι εμείς.
     ─ Λάβδα! ο δάσκαλος. Λάβδα! κι εμείς.
     ─ Μι! ο δάσκαλος. Μι! κι εμείς.
     ─ Νι! ο δάσκαλος. Νι! κι εμείς.
     ─ Ξι! ο δάσκαλος. Ξι! κι εμείς.
     Αλλά ενώ προχωρούσαμε μια χαρά από το Άλφα ως το Ξι, θέλησε να μας πιάσει ο δάσκαλος, αν είχαμε ο καθένας το δειχνί απάνω στο Ξι. Αλλ’ απ’ όλους, εγώ κι η αδερφή μου είχαμε το δειχνί απάνω στο έρημο το Ξι, ενώ οι άλλοι τρεις το είχαν άλλος στο Κάππα, άλλος στο Μι, κι άλλος στο Πι.
     Τότε άρχισε στα καλά ο δαρμός με τη βέργα, κι άμα έσπασε η μια, ήταν έτοιμη η άλλη από την κρεμασμένη δεσμίδα.
     Ενώ ο δάσκαλος έδερνε, και τα παιδιά έκλαιγαν και φώναζαν, μου είπε σιγά η αδερφή μου:

     ─ Ξι θα πει ξύλο, και γι’ αυτό στάθηκε ο δάσκαλος σ’ αυτό το ψηφί!
[....]
Η αδερφή μου, ως μεγαλύτερη δέκα χρόνια από μένα, εξόν που ήταν πολύ έξυπνη, είχε και μεγάλη αντίληψη. Ήταν «θηλυκόγνωμη», όπως την έλεγε ο κόσμος του χωριού μας, πὄβλεπε για πρώτη φορά τότε κορίτσι να μαθαίνει γράμματα, γιατί ως τα τότε πίστευαν ότι οι γυναίκες δεν μπορούσαν να μάθουν γράμματα. Η αδερφή μου, λέγω, με βοήθησε πολύ και κατόρθωσα να μάθω μαζί της σε μια εβδομάδα όλο το αλφάβητο, ενώ οι άλλοι έκαναν ακέριους μήνες ώσπου να το μάθουν, κι όταν κατόρθωνε να το μάθει κανείς τους, τον έκανε ο φόβος του δασκάλου να το λησμονάει, όταν έλεγε μάθημα.
[...]
αργότερα αποχώρησε η αδερφή μου, η πρώτη μαθήτρια, μόλις μπόρεσε να μάθει να διαβάζει και να γράφει, γιατί είχαν βουίξει τα περίχωρα εναντίον της πρωτόφανης καινοτομίας, να πηγαίνει κορίτσι στο σκολειό, κι αναγκάστηκε η μάνα μου να την αποσύρει. [...]

[..] Εγώ ήμουν στη μεγαλύτερη τάξη, τη λεγόμενη πρώτη, γιατί ο δάσκαλός μας μετρούσε ανάποδα τες τάξες και βρίσκομουν πέρα από τη μέση του Οκτωηχιού στον «Πλάγιον τέταρτον ήχο», και δεν μου χρειάζονταν παρά πεντέξι μήνες ακόμα, ώσπου να τελειώσω τ’ Οχτωήχι και να μπω στο «Ψαλτήρι» του Δαυίδ, που ήταν ο Όμηρος εκείνης της εποχής, κι όταν θα τελείωνα και το Ψαλτήρι, θα τέλειωναν και τα «έρημα» τα γράμματα.
     Τότε εγώ είχα μάθει κι άλλα γράμματα, έξω από τ’ Οχτωήχι: Το «Πάτερ Ημών», το «Παναγία Τριάς», το «Θεοτόκε Παρθένε», το «Πιστεύω εις Ένα», «Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», το «Είδομεν το φως το αληθινόν» κι άλλα ακόμα, και μπορούσα να εξυπηρετήσω τον παπά, όταν λειτουργούσε, μισοκάνοντας τον ψάλτη, έλεγα και τον «Απόστολο», που με προγύμναζε ο παπάς από την προηγούμενη ημέρα. Τι τραβούσα ο κακόμοιρος, ώσπου να μάθω τον «Απόστολο» της κάθε λειτουργήσιμης ημέρας!
     Ο Αναστάσης ήταν στη δεύτερη τάξη και μόλις είχε μπει στ’ Οχτωήχι. Είχε φέρει εκείνη μάλιστα την ημέρα ως δώρο του δασκάλου από το χωριό του μια ριζόπιτα και μια πολύ παχιά ψημένη κότα, γιατί, όταν είχε φτάσει σε κείνο το μέρος του Οχτωηχιού, που αναφέρεται η φράση «τον Αδάμ πεπτωκότα», ήταν μεγαλοσαράκοστο και δεν μπορούσε ο δάσκαλος να φάγει τότε ούτε πίτα ούτε κότα. Για να εξηγηθώ καλύτερα, το «πεπτωκότα» αυτό το εξηγούσαν όλοι οι δάσκαλοι εκείνης της εποχής, ως κι εκείνοι ακόμα που εννοούσαν την αληθινή σημασία του, ότι εσήμαινε πράγματι «πίτα, κότα», για να διαιωνίζεται η υποχρέωση του να φέρνει ο μαθητής στο δάσκαλό του μια πίτα και μια ψημένη κότα, όταν έφτανε σ’ αυτό το μέρος τ’ Οχτωηχιού.

     Ο Γιάννης ήταν στην Τρίτη τάξη και κόντευε να τελειώσει τα «πινακίδια» κι επειδή, όταν είχε φτάσει στη φράση «Επ’ αυτά τα πετεινά», που σήμαινε στη δασκαλική γλώσσα του καιρού εκείνου «να φέρεις στο δάσκαλο ένα πετεινό», ήταν το ίδιο μεγάλη σαρακοστή και δεν μπορούσε να φαγωθεί το κανονισμένο «πετεινό», είχε φέρει κι αυτός έναν πελώριο ζωντανό πετεινό, γιατί τον ήθελε ο δάσκαλος για την κοτόστανη του σπιτιού του. Ο Μήτρος ήταν στην Τετάρτη τάξη και μόλις είχε τελειώσει το Άλφα-Ωμέγα, Βήτα-Ψι και μπήκε στα πινακίδια. Τα πινακίδια άρχιζαν από το «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον» και για το «ευλόγει» έπρεπε να φέρει ο μαθητής κάτι του δασκάλου, για να πάρει την ευλογία του [...]

Εκείνη την ημέρα αιστάνονταν μια καταφανή λαιμαργία να μας τιμωρήσει ο δάσκαλος μας ο Παπ' Αντριάς, μ' όλα τα δώρα που του είχαν πάγει τα παιδιά και, μη βλέποντας τ' αγαπημένα του κι απαραίτητα σύνεργα, τες βέργες, τα σουβλιά, το φέλεκα και το κρανίο, γιατί η τα 'χε αφήσει κρεμασμένα στον τοίχο τον νάρθηκα, δεν μπορούσε να εμπνευστεί τη θηριωδία που' χε ανάγκη. Περίφερνε πάνω μας το βλοσυρό του βλέμμα, σαν να ήθελε να μας καταπιεί με τα μάτια του.

Τα μάτια του δασκάλου πετάχτηκαν σαν καρύδια έξω από τες κόχες τους από το θυμό του. Ο Γιώργος στέκονταν ορθός και κλονίζονταν να πέσει, και μεις κλαίγαμε μέσα μας κρυφά μην μπορώντας να τον βοηθήσομε.- Ποιο ψηφί έρχεται, μωρέ, κατόπι από τη ζήτα; Λέγε! Μούγκρισε σαν θεριό ο δάσκαλος, αλλ' ο Γιώργος είχε βουβαθεί από την τρομάρα του, κι έχασε και το ζήτα ακόμα πού βρίσκονταν. Τότε σηκώθηκε, τον άρπαξε το Γιώργο απ' τ' αφτιά, τον σήκωσε ψηλά, τον απόλυσε με δύναμη καταγής κι άρχισε να τον δέρνει αλύπητα, σπάζοντας τες βέργες τη μια κατόπιν από την άλλη [...].- Σήκω απάνου! Είπε ο δάσκαλος και πατέρας στο δύστυχο παιδί, λησμονώντας ότι ήταν πατέρας του. Σηκώθηκε ο Γιώργος, ωχρός από το φόβο τον, σαν κατάδικος που μέλλει ν' ανεβεί στη λαιμητόμο.- Σύρε και στάσου μ' ένα ποδάρι στη ρίζα του δέντρου και σταύρωσε τα χέρια σου. Τον είπε ο δάσκαλος και, γυρίζοντας προς εμάς, πρόσταξε:- Σύρτε και φτύστε τον όλοι!  Χωρίς να θέλομε, και με μεγάλη μας λύπη, πήγαμε και τον φτύσαμε...- Ακόμα μια φορά! Μας ξαναπρόσταξε ο δάσκαλος. Τον φτύσαμε και δεύτερη φορά! - Κι ακόμα μία! Τον φτύσαμε και τρίτη φορά! [...]
Ούτε αναίστητος λοιπόν ήταν ούτε βλάκας ο Γιώργος, αλλά είχε αποχτηνωθεί προσωρινά απ' αυτή τη θηριώδικη παιδαγωγική του καιρού εκείνου. Είχε χάσει τον εγωισμό του και τη φιλοτιμία του, όπως και εμείς.

Με μια χειρονομία τον δασκάλου, ξαπλώθηκε τ' ανάσκελα ο Γιώργος,τα γυμνά του ποδάρια μπήκαν στο φοβερό φέλεκα, που βλέπαμε για πρώτη φορά τη χρησιμοποίηση του, κι άρχισε το στρέψιμο του τετράγωνου φελεκόξυλου... Τσιμουδιά δεν έβγαζε ο Γιώργος. Κολοσσός υπομονής το θηρίο! Όταν έφτασε το στρέψιμο ως εκεί που δεν μπορούσε να πάει πλειότερο, κι άρχισε να πέφτει το ραβδί στες γυμνές πατούσες του, τότε έμπηξε ένα βελατό σαν αρνί, το καημένο το παιδί, και ακουγότανε να  λέγει πολλές φορές συγκρατούμενα:-Ανάθεμα τα γράμματα! Ανάθεμα τα γράμματα! Ανάθεμα τα γράμματα κι όπου τα 'βγαζε!


Εγώ στρώθηκα καταγής σταυροπόδι κι άρχισα να διαβάζω το μάθημα  μου με μιαν αγανάχτηση και μια τέτοια πίκρα στην καρδιά μου, που, αν φτυούσα φίδι στο στόμα, θα το φαρμάκωνα. Ήθελα να διαβάσω το έρημο το μάθημα και να το μάθω σαν άλλες φορές, αλλά δεν μ' άφηνε η λύσσα πόνιωθα μέσα μου για το δάσκαλο μου τον Παπ' Αντριά κιόλο το γένος των δασκάλων. Φούσκωνε μέσα η καρδιά μου, σαν να ήθελε να μου σκίσει τα στήθια και να πεταχτεί ελεύθερη έξω να πάρει αέρα. Και, μη μπορώντας να σταθώ πλειό εκεί, πέταξα καταγής τ' Οχτωήχι μου και κατέβηκα κάτω στο ποτάμι. Εκεί ξαπλώθηκα στα ερείπια ενός ταμπακόμυλου του πάππου μου, που μας τον είχαν κάψει οι Τουρκαρβανίτες στην επανάσταση του 1854, κι εκεί, μακριά απ' το δασκαλικόν εφιάλτη, μ' έπιασαν κάτι λυγμοί, που δεν μ' είχαν πιάσει άλλοτε ποτέ, κι έχυσα τόσα δάκρυα που μούσκεψαν τα στήθια μου. Κλάψε, κλάψε, παραλόγησα και δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Έχασα τον εαυτό μου.

Εκείνη τη στιγμή περνούσε μπροστά από το σκολειό μας ένας γέροντας του χωριού μας, ο Λώλης και, βλέποντας τον δάσκαλο να δέρνει, φώναξε:- Να δάσκαλος μια φορά! Αυτός είναι δάσκαλος κι όχι ο Δημήτρης ο Πάσκος στην Κρετσούνιστα, που παίζει το πηδηχτό με τα μαθητούρια του! Πρωτόφαντο πράμα στες μέρες μας, δάσκαλος να παίζει με τα παιδιά! Δεν θέλουν αέρα τα παιδιά! Θέλουν ξύλο κι αγριοσύνη! Αλλιώτικα δεν μαθαίνουν γράμματα και μένουν γκαβά. Το ξύλο μαθαίνει τα παιδιά γράμματα και γνώση, γιατί είναι βγαλμένο απ' τον Παράδεισο, γι' αυτό λέγεται και ξύλο της γνώσεως. Τα λόγια τον γέρο-Λώλη εγκάρδιωσαν πλειότερο το δάσκαλο μας στη δασκαλική του θηριωδία. [...] Ο γερο-Λώλης κοίταζε από μακριά το φοβερό και απαίσιο δασκα- λομαθητικό δράμα κι αιστάνονταν μιαν άρρητη ευφροσύνη στην καρδιά τον, που είχε αξιωθεί το χωριό μας να 'χει τέτοιο δάσκαλο, κι έλεγε μοναχός του:
- Αυτός είναι δάσκαλος! Βλέπεις ξύλο που το τινάζει, κι ας το 'χει και παιδί του. Έτσι πρέπει να 'ναι οι δάσκαλοι. Να τον βλέπουν τα παιδιά και να χέζονται ορθά από το φόβο τους. Πρέπει να τρων οι δάσκαλοι το κρέας των παιδιών και να τους αφήνον μόνο την πέτσα και τα κόκκαλα, για να μπορέσονν να μάθουν γράμματα! Αχ! Να είχα ο καημένος ένα αγγονάκι σ' ηλικία να το 'στελνα σ' αυτόν το δάσκαλο, να μου το κάνει άνθρωπο με γράμματα. Και τα 'λεγε αυτά ο γερο-Λώλης όχι από κακία, αλλά από πεποίθηση ότι πρέπει να 'ναι τνραννικός ο δάσκαλος και σκληρός, για να μάθουν καλά γράμματα τα παιδιά, κι ότι δεν μπορούσαν να μάθουν αλλιώτικα. Η γνώμη του γερο-Λώλη ήταν γνώμη όλης της κοινωνίας τότε.

http://paleochori-lesvos.blogspot.com/2013/04/blog-post_24.html
https://www.academia.edu/2970451/Ο_αυταρχικός_δάσκαλος_στην_παιδαγωγική_πράξη_και_στη_λογοτεχνία_The_authoritarian_teacher_in_pedagogic_practice_and_in_literature


ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ, 
https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Κονδυλάκης
ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΔΑΣΚΑΛΟΣ
(Χανιά, ~1885)

Είχα δε και συχνά παράπονα εκ μέρους των γονέων. «Δὲν μαθαίνουν, βρε αδερφέ, πράμμα τα κοπέλια. Άδικα χάνουνε τον καιρό τως. Καλλίτερά ’τονε να βλέπουνε τα έχνη (ζώα), να γενούνε βοσκοί. Μα μπορούνε, τζάνε μου, να μαθαίνουνε μοναχά τους τα κοπέλια; Θέλουνε και δασκάλεμα, και συδαύλισμα. Γιάντα τσ' έχουνε τσοι δασκάλους παρά για να τώσε δείχνουνε; Χρειάζεται και λιγάκι ξύλο. Δε λέω να γυρίσωμε στο φάλαγγα, μα μια βιτσια και καμια παλαμιά από καιρό σε καιρό κακό δεν κάνει. Μα σαν τ’ αφήσης ορνικά (ειρηνικά) και αδιαφέντευτα, ίντα θες να κάνουνε; Παιγνίδια και τραβαπάλαιμα. Κοπέλια τα λένε, κοπελίστικα θα κάνουνε»

Τα παράπονα και αι διαδόσεις έφτασαν και μέχρι της Εφορείας. Ἀλλ' η Εφορεία είχε πεποίθησιν εις την ικανότητά μου, ανεξήγητον δι' εμέ τουλάχιστον. Καί τούς παραπονούμενους γονείς απέπεμπαν οι έφοροι με καθησυχαστικάς διαβεβαιώσεις. Νά αφήσουν τον άνθρωπο να κάνη τὴ δουλειά του, όπως ήξευρε και η Εφορεία που τον διώρισε και εγνώριζε την αξία του. Ο Σχολάρχης είχε νέαν μέθοδον. Το ξύλο τ' αφήκανε πιὰ σ' όλον τον κόσμο. Τι γαϊδούρια είναι τα παιδιὰ να τα δέρνουν; Και πώς αυτοί οι δαρμένοι και ντροπιασμένοι θα γενούν άνδρες του πολέμου να πολεμήσουν αύριον την Τουρκιά;;

 [ Στην Ελλάδα η φάλαγγα καταργήθηκε ως σχολική πρακτική το 1878, μα αξιοποιήθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949) και επί της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974). https://el.wikipedia.org/Φάλαγγας ]

Τα μαθήματα ήρχισαν με μίαν προσλαλιάν προς τους μαθητάς, εις την οποίαν είπα τα εξής περίπου:
«Δεν είμαι από τους δασκάλους τους οποίους εγνωρίσατε μέχρι τούδε. Θέλω να γίνω φίλος σας και όχι τύραννος, να σας φανώ ωφέλιμος και όχι να σας κάμω δειλούς και ταπεινούς· να με σέβεσθε και να με αγαπάτε και όχι να με τρέμετε. Μερικοί από σας άλλως τε κοντεύει να έχετε την ηλικίαν μου. Έως χθες ήμουν και εγώ μαθητής και δεν επιθυμώ να με μισήσετε, όπως εμίσησα εγώ μερικούς από τους δασκάλους μου. Δεν θ' απαιτώ να μαθαίνετε μεγάλα πράγματα, τα οποία να μη σας αφήνουν καιρόν να παίζετε, ως απαιτεί η ηλικία σας. Αλλά τα ολίγα αυτά εννοώ να τα μαθαίνετε καλά. Φρονώ ότι με το γλυκύ θα κάμωμεν καλύτερα την εργασίαν μας, ενώ οι άλλοι δασκάλοι νομίζουν απαραίτητον το ξύλον και τας ύβρεις. Σας παρακαλώ, μη με αναγκάσετε να πιστεύσω ότι έχω άδικον και ότι έχουν δίκαιον οι άλλοι δασκάλοι».

Οι μαθηταί μου ήκουσαν τους λόγους μου με έκπληξιν, ήτις επί τέλους μετεβλήθη εις ακτινοβόλημα χαράς.

 — Λοιπόν είσθε σύμφωνοι; τους ηρώτησα.

 — Σύμφωνοι, απήντησαν.

Και ετήρησαν την υπόσχεσίν των, όπως ετήρησα και εγώ την ιδικήν μου.

https://www.openbook.gr/otan-imoun-daskalos/

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Εμπρός στης Ταϊλάνδης την κρατική πρεσβεία, η χούντα δεν τελείωσε το 73!


(The Moonhunter, 2001 Thai movie)
https://www.imdb.com/title/tt0295145/

(κατά το «Δρόμο που 'χε τη δική του ιστορία»)

♫ Στην Ταϊλάνδη ζουν ακόμα σε δουλεία
στρατού, μονάρχη και του Βούδα τάγματα,
σκλάβοι υπήκοοι τους δίνουν ασυλία,
αλίμονο σου αν κρίνεις θείο βασιλιά.

Οκτώβρη μήνα πίσω στο εβδομήντα τρία
οι εξεγερμένοι φοιτητές εδώσανε
στην Ταϊλάνδη τρίχρονη δημοκρατία
μέχρι που μπήκαν οι στρατοί και σφάξανε.

Νοέμβρη μήνα πίσω στο εβδομήντα τρία
θα γίνει απόψε Ταϊλάνδη λέγανε
οι Έλληνες οι φοιτητές με την ελπίδα
μασκαρεμένη χούντα πως θα ρίχνανε.

Μα τη δημοκρατία έφερ' η Τουρκία
και η μισή η Κύπρος και ξεχάσαμε
πως του Πολυτεχνείου η παρηγορία
στης Ταϊλάνδης τα παιδιά ξεκίνησε.

Με τουρισμό εσβήστηκε η ιστορία,
κι αν βρεις αλληλεγγύη τώρα δεν πουλά,
ο τοίχος γράφει για μοναδικά ταξίδια
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά.


_________________________


από Ιό Ελευθεροτυπίας, 6/6/2010


Βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής στην Ταϊλάνδη είναι η συσσίφεια κυκλικότητα των αντιδικτατορικών εξεγέρσεων και των βραχύβιων δημοκρατικών ανοιγμάτων που, νομοτελειακά σχεδόν, καταλήγουν σε στρατιωτικά ή κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα.

Η αρχή έγινε το φθινόπωρο του 1973. Μέχρι τότε τη χώρα κυβερνούσαν είτε απόλυτοι μονάρχες είτε -από το 1932- βασιλευόμενες στρατιωτικές χούντες, με τελευταία την οικογενειακή δικτατορία των «τριών τυράννων». Συνδικάτα και πολιτικά κόμματα είχαν τεθεί εκτός νόμου στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας» και της «ανάπτυξης», ενώ στην ύπαιθρο ο στρατός αντιμετώπιζε ένα κομμουνιστικό αντάρτικο χαμηλής έντασης https://en.wikipedia.org/wiki/Communist_insurgency_in_Thailand ισο πεδώνοντας χωριά κι εξαφανίζοντας τους αντιφρονούντες μέσα σε φλεγόμενα βαρέλια πετρελαίου. https://en.wikipedia.org/wiki/Red_Drum_killings

Το όλο σύστημα αντλούσε τη νομιμοποίησή του κυρίως από το βασιλικό θεσμό, η λατρεία του οποίου οργανώθηκε μεθοδικά από τους στρατιωτικούς κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οσο για την οικονομική ανάπτυξη, αυτή στηρίχθηκε κυρίως στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία (παράπλευρη συνέπεια του πολέμου στο γειτονικό Βιετνάμ) https://en.wikipedia.org/wiki/Thailand_in_the_Vietnam_War και τη συνακόλουθη έκρηξη της τουριστικής βιομηχανίας.

Μια παράπλευρη συνέπεια αυτής της εξέλιξης, ο επταπλασιασμός του φοιτητικού πληθυσμού μεταξύ 1961 και 1972, υπονόμευσε ωστόσο αναπάντεχα τη βιωσιμότητα του καθεστώτος: μπολιασμένο με τα κηρύγματα αμφισβήτησης που διαπερνούσαν διεθνώς το φοιτητόκοσμο της εποχής, το δυναμικότερο κομμάτι της νέας γενιάς βγήκε στους δρόμους ζητώντας δημοκρατικές ελευθερίες και κοινωνική δικαιοσύνη. Διεκδικήσεις αρκετά ελκυστικές στη μεσαία τάξη, καθώς τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης (και τα όρια του προηγούμενου αναπτυξιακού μοντέλου) διαφαίνονταν ήδη στον ορίζοντα.

Η έκρηξη ήρθε το φθινόπωρο του 1973, με αφορμή τη σύλληψη της ηγεσίας του φοιτητικού κινήματος. Στις 14 Οκτωβρίου η επίθεση της αστυνομίας σε μια διαδήλωση 50.000 πυροδότησε γενικευμένη εξέγερση, με συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων της πρωτεύσουας, καταλήψεις και πυρπολήσεις δημόσιων κτιρίων, συγκρούσεις με το στρατό και πάνω από 350 νεκρούς. Η αδυναμία καταστολής του πλήθους προκάλεσε την παρέμβαση του βασιλιά, παραίτηση της κυβέρνησης και διορισμό μεταβατικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον πρύτανη του πανεπιστημίου. https://en.wikipedia.org/wiki/1973_Thai_popular_uprising

Ακολούθησε ένα τριετές δημοκρατικό άνοιγμα, με τη «γενιά του Οκτώβρη» να πρωταγωνιστεί σ’ ένα πρωτόγνωρο κύμα ριζοσπαστικοποίησης κι αμφισβήτησης των παραδοσιακών αυταρχικών δομών. Στα πανεπιστήμια κυριάρχησαν οι δυνάμεις της Αριστεράς, καταργήθηκαν τα πατροπαράδοτα καψόνια των πρωτοετών κι οργανώθηκαν εκστρατείες «διαφώτισης» της υπαίθρου για τους νέους δημοκρατικούς θεσμούς (αλλά και, αντίστροφα, των ίδιων των φοιτητών για τα προβλήματα και τις ανάγκες των χωρικών). Ακόμη πιο εντυπωσιακή υπήρξε η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, με τη νομιμοποίηση των συνδικάτων κι ένα κύμα διεκδικητικών απεργιών. Στο χώρο του πολιτισμού άνθισαν μια σειρά τεχνοτροπίες καταδικασμένες ως τότε στη σιωπή – από το «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» μέχρι τις αντεργκράουντ δυτικότροπες αναζητήσεις. Στο πεδίο τέλος των εξωτερικών σχέσεων, μαχητικές κινητοποιήσεις επέβαλαν το διώξιμο των αμερικανικών βάσεων. Η αλλαγή επισφραγίστηκε με τις εκλογές του Ιανουαρίου 1975, που κατέγραψαν συντριπτική νίκη των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων κι αξιόλογη παρουσία των κομμάτων της Αριστεράς (14,4% των ψήφων). https://en.wikipedia.org/wiki/1976_Thai_general_election

Τα ερείσματα του παλιού καθεστώτος είχαν κλονιστεί, όχι όμως και ανατραπεί. Σύντομα πέρασαν στην αντεπίθεση. Ένα δίκτυο παραστρατιωτικών μηχανισμών, από τους «προσκόπους» (που τελούσαν υπό την αιγίδα της Αυλής) μέχρι τις καθαρά φασιστικές ομάδες «Κόκκινοι Βούβαλοι» https://en.wikipedia.org/wiki/Red_Gaurs και «Ναουαπόν» https://en.wikipedia.org/wiki/Nawaphon (που οργάνωσε η «Διοίκηση Επιχειρήσεων Εσωτερικής Ασφαλείας» του στρατού με τη βοήθεια της CIA), εξαπέλυσε ένα κύμα παρακρατικής τρομοκρατίας στην ύπαιθρο, εμποδίζοντας τη νόμιμη λειτουργία των προοδευτικών οργανώσεων και δολοφονώντας τους «υποκινητές» της κοινωνικής αναταραχής. Ενα προπαγανδιστικό μπαράζ περί «ερυθρού κινδύνου» έσπρωξε στην αγκαλιά της ακροδεξιάς τα αστικά μεσοστρώματα που δυσφορούσαν για τις εργατικές διεκδικήσεις και την αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών, ενώ μερίδα του βουδιστικού κλήρου κήρυξε επίσημα πως ο φόνος των «κομμουνιστών» δεν συνιστά ανθρωποκτονία αλλά κοινωφελές έργο. https://www.academia.edu/35587000/Buddhism_and_Politics_in_Thailand_IRASECS_SHORT_BOOKS (Phra Kittiwuttho, a monk in aninterview in June 1976 said that killing a communist was a “minor sin”: “It is likewhen you kill a fish to offer to a monk. Σαν να σκοτώνεις ψάρι για να το προσφέρεις σε καλόγερο.) 

Ο κύκλος έκλεισε στις 6 Οκτωβρίου 1976, όταν ειδικές δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας εισέβαλαν μαζί με εκατοντάδες ένοπλους παρακρατικούς στο κατειλημμένο πανεπιστήμιο Ταμασάτ της Μπανγκόκ, σκοτώνοντας δεκάδες φοιτητές και συλλαμβάνοντας άλλους 3.000. https://en.wikipedia.org/wiki/Thammasat_University_massacre Το ίδιο απόγευμα επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία, τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα τέθηκαν εκτός νόμου, τα αριστερά και κεντροαριστερά έντυπα έκλεισαν, 204 βιβλία απαγορεύθηκαν κι ολόκληρες βιβλιοθήκες κάηκαν δημόσια. 
.....


Οι φωτογραφίες λιντσαρισμένων φοιτητών που κρέμονται από τα δέντρα του πανεπιστημιακού πάρκου, ενώ εκτελεστές και πλήθος γύρω επικροτούν έχει γίνει σύμβολο της βαρβαρότητας του όχλου που στηρίζει το κάθε απάνθρωπο καθεστώς.



ΥΓ

25 χρόνια μετά το 1998 πορεία Δημοκρατίας




Λεωνίδα Καλλιβρετάκη “‘Απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη’: Η ερμηνεία ενός ‘εξωτικού’ συνθήματος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου,” Ταχυδρόμος 2004

_________

Στις κάλπες προσήλθε τον περασμένο Μάρτιο η Ταϊλάνδη προκειμένου να ψηφίσει στις πρώτες βουλευτικές εκλογές στη χώρα μετά το πραξικόπημα του 2014.

Αντιμέτωποι στις εκλογές είναι ο αρχηγός της στρατιωτικής χούντας Πραγιούτ Τσαν-ότσα, ο οποίος επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία και να παραμείνει πρωθυπουργός, και ένα «δημοκρατικό μέτωπο» με επικεφαλής το Κόμμα Φέου Τάι (Pheu Thai), που είναι πιστό στον Τακσίν Σιναουάτρα.

Ο Πραγιούς Τσαν-ότσα έχει δώσει στον εαυτό του ένα άνετο πλεονέκτημα, καθώς το Σύνταγμα, που υιοθετήθηκε το 2016, δίνει στους στρατιωτικούς την εξουσία να διορίζουν τα 250 μέλη της Γερουσίας.

Αρκεί συνεπώς στο φιλοχουντικό κόμμα Phalang Pracharat να κερδίσει 126 έδρες από τις 500 της Βουλής των Αντιπροσώπων για να διατηρήσει τον έλεγχο της χώρας.
......
ο βασιλιάς της Ταϊλάνδης Μάχα Βαγιραλονγκόρν ζήτησε «να υποστηριχθούν τα σωστά πρόσωπα» ώστε «να εμποδισθεί η διασπορά του χάους». Ο βασιλιάς χρησιμοποίησε τις εκφράσεις που είχε χρησιμοποιήσει το 1969 ο πατέρας του, ο Μπουμιμπόλ Αντουλγιαντέι, που πέθανε το 2016.

Ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, ο στρατηγός Απιράτ Κονγκσομπόνγκ, χαρακτήρισε «καλό πράγμα» τη βασιλική δήλωση.


 Prayuth Chan-ocha keeps power, five years after he ousted an elected government in a military coup. The opposition complained of voting irregularities in the March 24 elections.
.......
Ο πρωθυπουργός πάντως Πραγιούθ Τσαν-ότσα, που επισκέφτηκε τον Μάη την παραγκούπολη https://en.wikipedia.org/wiki/Khlong_Toei_District , επιβεβαίωσε την κυβερνητική πρόθεση να εκμεταλλευτούν εμπορικά την περιοχή, ακόμα και με τη βία, αν χρειαστεί…

Ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο ονειρεύονται οι τοπικοί αξιωματούχοι, μόνο που για να συμβεί αυτό θα πρέπει να διώξουν τις 12.500 οικογένειες που κατοικούν παρανόμως εδώ.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Εμπολιτισμός Χριστιανισμού με Αμαζονισμό και Μοραλισμό



Στην καθολική σύνοδο επισκόπων του Αμαζονίου που έγινε τον Οκτώβριο προβλήθηκαν 1) ο πολιτισμός των ιθαγενών 2) η εκμετάλλευση των δασών και της φύσης από τους γαιοκτήμονες, τις επιχειρήσεις και τα κράτη 3) η κακομεταχείριση του ντόπιου πληθυσμού, ιδιαίτερα των γυναικών, και οι δολοφονίες ακτιβιστών, όπως της καθολικής  καλόγριας Ντόροθυ Στανγκ  https://en.wikipedia.org/wiki/Dorothy_Stang το 2005 στη Βραζιλία (https://www.tanea.gr/2005/02/19/world/dolofonisan-ton-aggelo-tis-amazonias/) 4) και τέλος εγκρίθηκε να συζητηθεί η πρόταση για την άρση αγαμίας των κληρικών με πρώτη περιοχή πειραματικής εφαρμογής την Αμαζονία, καθώς και η αναβάθμιση του ρόλου των γυναικών στην εκκλησία (τον Μάιο για πρώτη φορά διορίστηκαν τέσσερις γυναίκες βοηθές επισκόπων σε συνόδους με ενδεχόμενο δικαίωμα ψήφου στο μέλλον)

Στο βίντεο βλέπουμε χριστιανούς ιθαγενείς που διατηρούν ταυτόχρονα και τα δικά τους έθιμα και σύμβολα. Αυτό λέγεται inculturated Christianity - Inculturation - Cultural affiliation https://en.wikipedia.org/wiki/Inculturation Εμπολιτισμός, αλληλοπεριχώρηση, συνύπαρξη, αλληλοενσωμάτωση ή Contextual theology - συναφειακή ή συσχετιστική θεολογία. Θα μπορούσαμε να το πούμε και ιθαγενόσχημο χριστιανισμό.

Αλλά έγινε ένα βήμα παραπέρα, καλωσορίστηκε η ξύλινη φιγούρα της Πατσαμάμα (https://en.wikipedia.org/wiki/Pachamama) σε χριστιανικό ναό. Τώρα εικονίζει μια γυμνή έγκυο ιθαγενή αμαζόνα, παλιότερα ήταν δράκαινα θεά της γονιμότητας που σχετιζόταν με τη σπορά, τον θερισμό και τους σεισμούς. Στην προχριστιανική Αμερική θυσίαζαν για να την κατευνάσουν λάμα (προβατοκαμήλες) και ινδικά χοιρίδια, μετά τον εκχριστιανισμό ταυτίστηκε με την Παναγία, ιδιαίτερα τη Μαύρη Παναγιά, La Morenita, Μελαμψούλα (https://en.wikipedia.org/wiki/Virgin_of_Candelaria)

Τέσσερις φιγούρες εκτέθηκαν σε εκκλησία της Santa Maria in Traspontina στο Βατικανό. Αντίθετος με αυτό ένας απόγονος του Μουσολίνι μπήκε μέσα, τις πήρε και τις πέταξε από τη γέφυρα του Τίβερη (https://youtu.be/QfQYHbX38ig). Ο Πάπας απολογήθηκε για την πράξη του, τόνισε ότι δεν το θεωρεί θρησκευτικό είδωλο, αλλά απλώς συμβολίζει τη ζωή και τον πολιτισμό των ιθαγενών, που πρέπει ισότιμα να σεβόμαστε. https://cruxnow.com/amazon-synod/2019/10/25/pope-apologizes-for-theft-of-pachamama-says-shell-be-back-on-sunday/ Σε φυλλάδιο της συνόδου υπήρχε διευκρινιστικό αφιέρωμα στην Πατσαμάμα με τον ακόλουθο στίχο προσευχής https://www.catholicculture.org/news/headlines/index.cfm?storyid=43934 «(Μάνα γη) για αυτούς τους τόπους πιες και φάε, όσο σου αρέσει, από τις προσφορές μας, ώστε η γη να γίνει γόνιμη».

_____________


Επίκαιρα τα παραπάνω στον τρέχοντα μήνα με την πολιτική ανωμαλία στη Βολιβία, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, τις ταραχές, το μίσος των λευκών χριστιανών απέναντι στους ιθαγενείς. Ο Καμάτσο, δικηγόρος και ευαγγελικός χριστιανός είπε  «Η Πατσαμάμα δεν θα επιστρέψει ποτέ στο κυβερνείο. Η Βολιβία είναι του Χριστού. https://todosobrederechoshumanos.blogspot.com/2019/11/quien-es-luis-fernando-camacho-el.html 

Η αυτοανακηρυχθείσα πρόεδρος  Ζανίν Ανιέζ υψώνοντας μεγαλόσχημη Αγία Γραφή, ονειρεύεται, λέει, μια Βολιβία ελεύθερη από τις σατανικές συνήθειες των ιθαγενών, οι πόλεις μας δεν είναι για τους Ινδιάνους, να αποσυρθούν στα οροπέδια. https://www.vidanuevadigital.com/2019/11/13/quien-es-jeanine-anez-la-nueva-presidenta-de-bolivia-que-llega-al-poder-con-la-biblia-en-la-mano/

Με τον διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους που επιχείρησε ο ιθαγενόσχημος χριστιανός Μοράλες και η τοπική ρωμαιοκαθολική εκκλησία είναι εναντίον του. 

ΥΓ

...αλλά το σημείο καμπής για τον Μοράλες ήταν στο δημοψήφισμα του 2016. Ήθελε να πάρει την άδεια του λαού για να μπορέσει να εκλεγεί για άλλη μία φορά, αν και κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν από το Σύνταγμα. Ο λαός της Βολιβίας, όμως, καταψήφισε αυτήν την αλλαγή.
....
το καθοριστικό πρόβλημα στη Βολιβία αλλά και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι η προσωποπαγής πολιτική: «Κατά βάθος ο Μοράλες ήταν ο καλύτερος πρόεδρος που είχε ποτέ η Βολιβία, αλλά είναι λυπηρό το ότι δεν επέτρεψε σε κανέναν να είναι δίπλα του. Κατέστρεψε μόνος του την κληρονομιά του».

Διδάγματα από τη Λατινική Αμερική που τόσο αγαπάμε.

Καιρός να σκεφτούν όσοι συντηρούν τη λατρεία πολιτικών ειδώλων, αρκούνται σε πρόσκαιρες επιτυχίες, διχάζουν, δεν μοιράζουν την εξουσία, αρνούμενοι τη διαδοχή τους στη νεότερη γενιά.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Αγίου Μηνά του Ειρηνοφόρου απολυτίκια














Στρατείαν κατέλιπον τὴν ψυχοκτόνον λαοί, Εἰρήνης μετέλαβον ἐξ οὐρανοῦ οἱ σοφοί, Θεοῦ δῶρον πάγκαρπον, δόξαν ἀποδιώξαν Ἀχιλλέως γηίνου, δρόμον δὲ διανύσαν πολεμίων Φιλίας. Διό, εἰρηνοφόρε Μηνᾶ, συμπράϋνον πάντας ἡμᾶς.


Την στράτευση λαοί σταμάτησαν που σκότωνε ψυχές, ειρήνη μετέλαβαν απ' τον ουρανό οι σοφοί, που είναι Θεού δώρο γεμάτο καρπούς, δώρο που δόξα έδιωξε του γήινου Αχιλλέα και δρόμο φιλίας για τους εχθρούς διάνυσε. Γιαυτό, ειρηνοφόρε Μηνά, μαζί γαλήνεψε μας όλους.


(11-11-1918)


https://en.wikipedia.org/wiki/Veterans_for_Peace

_______________________________________________



Στρατείαν ἐρήμωσαν ἐν τῇ Αἰγύπτῳ δεινῶς, Ναζῆδες φασίστρατοι ὑπὸ Συμμάχων ἐκεῖ, συνόντων Ἑλλήνων δὲ, τυρράνους τῆς Εὐρώπης κατεδίωξαν πέραν, ἑως τῆς Τυνησίας ἐκ τοῦ Ἐλ Ἀλαμέιν. Διό, εἰρηνοφόρε Μηνᾶ, ὄπλισον εἰρηνιστάς.






πηγή διασκευής
το απολυτίκιο του Αγίου Μηνά
https://en.wikipedia.org/wiki/Saint_Menas

Στρατείαν κατέλιπες τὴν κοσμικήν, ἀθλητά, οὐράνιον εἴληφας τὴν κληρουχίαν, σοφέ, καὶ στέφος ἀμάραντον, δόξαν ἀποδιώξας βασιλέως γηΐνου, ἄθλους δὲ διανύσας μαρτυρίου γενναίου. Διό, μεγαλομάρτυς Μηνᾶ, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.





imgs 
(Popular images of Saint Menas in Egypt)

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Κόπτες συμπατριώτες του Αγίου Μηνά τραγουδούν στο Μουκατάμιο άντρο του Καΐρου








Ο Ρωμαίος πολίτης και Αιγύπτιος/Κόπτης στην εθνικότητα Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην πόλη Νικίου κοντά στη Μέμφιδα και μαρτύρησε το 309 στo Κοτύαιο της Φρυγίας, ο τάφος του βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο του Αμπού Μένα κοντά στην Αλεξάνδρεια. (https://en.wikipedia.org/wiki/Abu_Mena) Το όνομά του  σημαίνει στα αρχαία αιγυπτιακά, «αυτός που υπομένει, που είναι σταθερός», όπως δείχνει η ετυμολογία του Φαραώ Μήνη (~3100 π.Χ.) https://pharaoh.se/pharaoh/Narmer, https://en.wikipedia.org/wiki/Menes 
Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση το όνομα φτιάχτηκε από επανάληψη της λέξης Αμήν. 

Στην Αίγυπτο συνδέθηκε επίσης με τη νίκη των συμμάχων στη μάχη του Ελ Αλαμέιν που έληξε στις 11 Νοεμβρίου 1942. Στην Ελλάδα είναι πολιούχος Ηρακλείου, Καστοριάς, Ελευθερούπολης (Καβάλα) Σαλαμίνας και Κρύας Βρύσης (Πέλλα).

Στις 11 Νοεμβρίου 2011, (τη μέρα του Αγίου Μηνά για το νεότερο ημερολόγιο, για τους Κόπτες είναι δεκατρείς μέρες αργότερα, στις 24), μαζεύτηκαν εβδομήντα περίπου χιλιάδες Αιγύπτιοι Χριστιανοί (Κόπτες, Καθολικοί και Προτεστάντες), η μεγαλύτερη σύναξη Χριστιανών στην Αίγυπτο, στην εκκλησία του Αγίου Σίμωνα του Βυρσοδέψη για να τελέσουν λαϊκές προσευχές με διάρκεια 24 ώρες μέχρι την επόμενη μέρα στις έξι το πρωί, με σκοπό τη μετάνοια, συγχώρεση και ομόνοια της Αιγύπτου μετά την επανάσταση στις 25 Ιανουαρίου, την εκθρόνιση του Μουμπάρακ, τις ταραχές και τη βία που ακολούθησαν. Η εκκλησία βρίσκεται σε μια τεράστια σπηλιά, μέσα στο Σπασμένο/Κομμένο Βουνό (https://en.wikipedia.org/wiki/Mokattam).

Η κοπτική παράδοση λέει πως το βουνό έσπασε όταν ο Αλ-Μουίζ, χαλίφης της Αιγύπτου γύρω στο 975 μ.Χ. ζήτησε από τον Αβραάμ, Πάπα της Αλεξάνδρειας να επαληθεύσει το Κατά Ματθαίον εδάφιο «ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται», αλλιώς θα σφαζόταν όλος ο αιγυπτιακός χριστιανισμός. Ο Πάπας ζήτησε τρεις μέρες για να τελέσει το θαύμα. Μετά από πάνδημη προσευχή και νηστεία του εμφανίστηκε η Παναγία και υπέδειξε τον Σίμωνα τον Βυρσοδέψη, (https://en.wikipedia.org/wiki/Simon_the_Tanner) ως τον άνθρωπο που η πίστη του θα βοηθούσε να γίνει το θαύμα. Μαζεύτηκε το εκκλησίασμα, σταύρωσαν το βουνό και αυτό μετακινήθηκε. Ακολούθως και σύμφωνα με την κοπτική παράδοση ο Αλ-Μουίζ παραιτήθηκε υπέρ του γιου του, βαφτίστηκε χριστιανός και αποσύρθηκε σε μοναστήρι. Η διήγηση αντανακλά την καλή εποχή που έζησαν οι Κόπτες υπό τη χαλιφεία του Αλ-Μουίζ, οπότε λάτρευαν ελεύθερα τη θρησκεία τους και ανέβηκαν σε αξιώματα δίχως να χρειαστεί να αλλαξοπιστήσουν. https://en.wikipedia.org/wiki/Al-Mu'izz_li Din_Allah#Relationship_with_Coptic_Christians

Το ελληνιστικό όνομα Κόπτης προέρχεται από το Κύπτιος/Γύπτιος παραφθορά του Αιγύπτιος, όπως και η λέξη γύφτος,  και δεν σημαίνει υπτίως του Αιγαίου, αλλά φαραωνιστί hut-ka-ptah, το σπίτι της ψυχής του Πτάχ, θεού προστάτη τεχνιτών και δημιουργών. Η κοπτική γλώσσα είναι απόγονος της αρχαίας αιγυπτιακής και γράφεται με τα εικοσιτέσσερα ελληνικά γράμματα συν εφτά από το αιγυπτιακό δημώδες αλφάβητο, μεταγενέστερο του ιερογλυφικού.
https://en.wikipedia.org/wiki/Coptic_alphabet

Ως κοπτική περίοδος καταχωρείται το διάστημα της χριστιανικής Αίγυπτου μέχρι την κατάκτησή της από το Ισλάμ. Ο ευαγγελιστής Μάρκος ίδρυσε την πρώτη εκκλησία/σύλλογο χριστιανών στην Αλεξάνδρεια το 42 μ.Χ., άρα προηγείται της Ρώμης, παλαιάς ή νέας. Γιαυτό ονομάζεται και Πάπας και Πατριάρχης ο Αλεξανδρείας. Τους πρώτους αιώνες εκεί ιδρύθηκε το πρώτο Κατηχητικό Χριστιανικό Σχολείο, που περιλάμβανε και κοσμικά μαθήματα. (https://en.wikipedia.org/wiki/Catechetical_School_of_Alexandria) Στην Αίγυπτο έχει τις ρίζες του o μοναστικός χριστιανισμός με πρωτοπόρο τον Μέγα Αντώνιο τον λεγόμενο καθηγητή της ερήμου. 

Η Αίγυπτος έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και στις μετέπειτα θεολογικές συνόδους και διενέξεις. Στην πρώτη σύνοδο της Νίκαιας που συγκαλείται από τον Πάπα Αλεξανδρείας Αλέξανδρο καταδικάζονται οι ιδέες του Αρείου, ενός Λίβυου παπά στην Αλεξάνδρεια, από τον μετέπειτα Πάπα Αλεξανδρείας, τον Άγιο Αθανάσιο. Στη δεύτερη προεδρεύει ο Τιμόθεος Αλεξανδρείας. Στην τρίτη ο Κύριλλος Αλεξανδρείας που καταδικάζει την αίρεση του Νεστορίου. Στην τέταρτη όμως στη Χαλκηδόνα το 451 ήρθε η σειρά της Αιγύπτου να αποκοπεί, αρχικά ψυχικά, από τη Νέα Ρώμη ακολουθώντας τον μονοφυσιτισμό ότι η θεϊκή φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινη. Και μαζί με την Αίγυπτο αποκόπηκε η Αρμενική, Συριακή, Ινδική και Αιθιοπική εκκλησία, γιαυτό και ονομάζονται Προχαλκηδόνιες ή Οριενταλικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. (https://en.wikipedia.org/wiki/Oriental_Orthodox_Churches) Και οι Κόπτες και οι Βυζαντινοί, πάντως, ορθόδοξοι αποκαλούνται. Οι Κόπτες ονόμαζαν Μελχίτες/Βασιλικούς τους Χριστιανούς που υπάκουαν στην Κωνσταντινούπολη. Ακολούθησαν συγκρούσεις και διωγμοί από το Βυζαντινό κράτος μέχρι που οι Αιγύπτιοι δεν είχαν πολλή διάθεση να πολεμήσουν τους επερχόμενους Άραβες. Η Αίγυπτος έπεσε σε εφτά χρόνια από το 639. Μεταξύ 10ου και 14ου συντελείται ο εξισλαμισμός και αραβοποίηση της Αιγύπτου. Τα αραβικά εισάγονται και στη λειτουργική γλώσσα των Κοπτών με αποτέλεσμα η αιγυπτιακή γλώσσα να έχει περιοριστεί στην εκκλησία και σε μερικά χωριά της Άνω Αιγύπτου. Το ποσοστό των Αιγυπτίων Χριστιανών υπολογίζεται μεταξύ 10 και 20%.

Οι Κόπτες ανασαίνουν με τις μεταρρυθμίσεις του Μεχμέτ Αλή Πασά, Αλβανού από την Καβάλα, που θεωρείται ο ιδρυτής της σύγχρονης Αιγύπτου (1805-1848).
(https://en.wikipedia.org/wiki/Muhammad_Ali_of_Egypt) Καταργεί τον ισλαμικό φόρο στους μη μουσουλμάνους και τους επιτρέπει να ανέλθουν στον στρατό και σε ανώτερα αξιώματα. Τότε αναπτύσσεται ο αιγυπτιακός εθνικισμός, που σημαίνει «είμαστε πρώτα Αιγύπτιοι, μετά Άραβες, Μουσουλμάνοι ή Χριστιανοί». Μάλιστα η πράσινη σημαία των Αιγυπτίων επαναστατών κατά των Άγγλων είχε ημισέληνο και σταυρό μαζί. (https://en.wikipedia.org/wiki/Egyptian_Revolution_of_1919)

Ο ορίζοντας σκοτεινιάζει για τους Κόπτες το 1952 με τον παναραβισμό του Νάσερ, διώχνει μεν τους Άγγλους, εθνικοποιεί το Σουέζ, αλλά το 1958 Αίγυπτος και Συρία ενώνονται σε ένα κράτος την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία. Το 1961 ο Άσαντ αποχωρεί από την ένωση αλλά η Αίγυπτος εξακολουθεί να ονομάζεται επίσημα Η.Α.Δ. μέχρι το 1971. Στη μετατόπιση εθνικής ταυτότητας, την ανισότητα και τις διώξεις προστίθενται και περιστατικά ατιμώρητης βίας και ισλαμικής τρομοκρατίας που συνεχίζουν μέχρι τις μέρες μας. (https://en.wikipedia.org/wiki/Persecution_of_Copts)

Το παράδοξο είναι ότι μπορεί περιστασιακά να δολοφονούνται γηγενείς Χριστιανοί στην αραβική Αίγυπτο αλλά από το 1967 έχει εκδοθεί απαγόρευση από τον Πάπα σε Κόπτες να επισκέπτονται τους Αγίους Τόπους όσο είναι υπο ισραηλινή κατοχή, και όσοι πάνε χωρίς άδεια υφίστανται κυρώσεις. Είχε δηλώσει το 1979 ο Πάπας Σενούντας Γ' ότι  θα πάει στην Ιερουσαλήμ χέρι-χέρι με τον αδελφό μουσουλμάνο, όταν τελειώσει η κατοχή από το Ισραήλ.
https://www.newsbomb.gr/kosmos/story/435282/apagoreysi-hristianon-aigyptoy-stin-katehomeni-ieroysalim 
http://english.alarabiya.net/en/features/2018/04/07/More-Copts-on-forbidden-path-to-Jerusalem-despite-a-vague-pilgrimage-ban.html

Από την άλλη το γεγονός ότι στη Σαουδική Αραβία η πρώτη άδεια για χριστιανική λειτουργία δόθηκε σε Κόπτες, αδιανόητο πράγμα πριν από χρόνια, (όπως και η άδεια να οδηγούν γυναίκες) δείχνει ότι σε μια φιλελεύθερη στροφή του Ισλάμ πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνύπαρξη και τις συνομιλίες θα έχουν οι Αιγύπτιοι Χριστιανοί. https://www.memri.org/reports/coptic-bishop-holds-first-ever-mass-in-saudi-arabia


Εν τέλει, παρ' όλους τους διωγμούς, τον ρατσισμό, τη βία, και την έλλειψη δικαιοσύνης ενός δημαγωγικού κράτους που χαϊδεύει την φοβική πλειονότητα, δεν επέλεξαν οι Κόπτες τον δρόμο της αντιβίας, τον οφθαλμό αντι οφθαλμού, δεν υπάρχει κοπτική τρομοκρατική οργάνωση, ενώ δεν τους λείπει το θάρρος και η διάθεση για αυτοθυσία. Επιμένουν να αλλάξουν τον κόσμο με το παράδειγμά τους. Και αν παιζόταν το παιχνίδι δίκαια, δίχως το κάθε κράτος να στηρίζει ανάξια και άδικα κάθε πλειονοτική θρησκεία και αντίληψη, οι Κόπτες θα ήταν επικίνδυνος αντίπαλος για κάθε ανταγωνιστή. Όταν υπομένει καρτερικά μια κοινότητα αιώνες διωγμούς και ανισότητα, έχει άλλο ήθος και βάθος σε σχέση τους φαρισαίους πλειονοτικούς που ασκούν εύκολα βία είτε με λέξεις, είτε με πράξεις.

Αυτό φαίνεται και στα βίντεο. Τέτοιο χαμόγελο και φως δύσκολα θα βρεις σε πλειονοτικούς νταήδες.

Δίπλα στους λόφους του Μουκατάμ βρίσκεται μια σκουπιδούπολη, μια φτωχογειτονιά με τους Zαμπαλίν, τους σκουπιδιάρηδες (https://en.wikipedia.org/wiki/Zabbaleen) παιδιά που ανακυκλώνουν σκουπίδια έως και 80% ενώ στις δυτικές μας χώρες ανακυκλώνουμε μέχρι 25%. Το 90% των Ζαμπαλίν είναι Κόπτες Χριστιανοί. Καθώς ο Άγιος Μηνάς είναι προστάτης των αδίκως κατηγορουμένων και των πλανόδιων εμπόρων, θα έπρεπε να προστεθούν και στην προστασία του τα παιδιά που εμπορεύονται και ανακυκλώνουν σκουπίδια, μέχρι η όποια πολιτεία φέρει την αληθινή ελευθερία και ισότητα στον κόσμο.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Υποβρύχια δωρεά χρυσού σε επανάσταση (Κρήτη, 1866-69)


Κάτω απ' το Κρητικό το πέλαγο περνώντας ο Ναυτίλος,
το ελεύθερο υποβρύχιο του καπετάνιου Νέμου,
μαθαίνοντας για τη σφαγή που έγινε στο Αρκάδι
στήριξε οικονομικά θύματα του πολέμου.
Με ένα σκοινί κατέβηκε ο βουτηχτής Νικόλας
και ένα μπαούλο με χρυσό επήρε από τον Νέμο,
το 'δεσε και το σύρανε σε αντάρτικο καράβι
που μοίραζε όπλα, φάρμακα σε κάθε σκλαβωμένο.

Από την Κρήτη έφυγε και πήγε στο Παρίσι,
η έμπνευση του Ιουλίου Βερν για υπόβρυχο αντάρτη,
και στην Εργατική Επανάσταση το εβδομήντα ένα
σκοτώσαν τον Γκουστάβ Φλουράνς, τον καπετάνιο Νέμο.


_____________________


καθηγητής Αρρονάξ, αιχμάλωτος του ναυάρχου Νέμου: 

En relevant la direction du Nautilus, je remarquai qu’il marchait
Σημειώνοντας την πορεία του Ναυτίλου, παρατήρησα ότι πήγαινε
vers Candie, l’ancienne île de Crète
προς τη Κάντια, το αρχαίο νησί της Κρήτης
Au moment où je m’étais embarqué sur l’Abraham-Lincoln
Τη στιγμή (1866) που είχα μπαρκάρει με τη φρεγάτα Αβραάμ Λίνκολν
cette île venait de s’insurger tout entière contre le despotisme turc
αυτό το νησί μόλις είχε ξεσηκωθεί ολόκληρο κατά του τουρκικού δεσποτισμού
.....

« Un homme ! un naufragé ! m’écriai-je.»
Ένας άνθρωπος! ένας ναυαγός! φώναξα.
....
C’est Nicolas, du cap Matapan, surnommé le Pesce. 
Αυτός είναι ο Νικόλας από το Ταίναρο, επονομαζόμενος Ιχθύς
 Un hardi plongeur! 
Ένας δεινός δύτης!
....
Le coffre d' or fut solidement fermé,
Το μπαούλο χρυσού με ασφάλεια κλείστηκε
 et le capitaine écrivit sur son couvercle une adresse 
και ο ναύαρχος έγραψε πάνω στο καπάκι μια διεύθυνση
en caractères qui devaient appartenir au grec moderne.
με χαρακτήρες που πρέπει να έμοιαζαν σε νέα ελληνικά


https://kupdf.net/download/-20000-_5af4ad47e2b6f5af7f4699b8_pdf 
(ελληνικά 91) 


JULES VERNE’S CAPTAIN NEMO AND FRENCH REVOLUTIONARY GUSTAVE FLOURENS: A HIDDEN CHARACTER MODEL? 
Leonidas Kallivretakis
https://web.archive.org/web/20100911160224/http://www.historicalreview.org/index.php/historicalReview/article/view/177/73


Ο μπλανκιστής «Μπάιρον της Κρήτης»
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/175472_o-mplankistis-mpairon-tis-kritis


Φυσιολόγος, με κλίση μάλλον προς την ανθρωπολογία, εφήμερος καθηγητής στο κολέγιο της Γαλλίας, μαχόμενος δημοσιογράφος στο Παρίσι, τις Βρυξέλλες, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νεάπολη, εθελοντής στην επανάσταση της Κρήτης και εκλεγμένος πληρεξούσιος του Κρητικού Λαού, καταζητούμενος στη Γαλλία, την Τουρκία, την Ελλάδα και την Ιταλία εξαιτίας της ανατρεπτικής του δράσης, διοικητής τάγματος κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού, στρατηγός και εκλεγμένο μέλος της Παρισινής Κομμούνας, ο Γουσταύος Φλουράνς έζησε, στα τριάντα τρία χρόνια της ύπαρξής του (1838-1871), μια ζωή πολυτάραχη.

O άγνωστος στους περισσότερους Γκουστάβ Φλουράνς, που η παράτολμη δράση του στη Κρητική επανάσταση του 1866 καλύπτεται από την παρασιώπηση και την ιστορική λήθη, δεν έχει σήμερα στα Χανιά ούτε ένα μνημείο, ούτε μια προτομή σε κάποια πλατεία να θυμίζει στους νεότερους την ανιδιοτελή προσφορά του στους αγώνες των Κρητών για την απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό. Μόνο σ’ ένα δρομάκι στη λαϊκή συνοικία της Νέας Χώρας έχει δοθεί τ’ όνομά του, το 1938 μάλιστα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, που τον “τίμησε” ως φιλέλληνα, αγνοώντας προφανώς πως ο ονειροπόλος αυτός Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής του 19ου αιώνα υπήρξε φλογερός μπλανκιστής επαναστάτης με διεθνή δράση που: «ήρθε δύο φορές πριν το ’70 στην Ελλάδα όχι για να θαυμάσει τις αρχαιότητές της, μα για ν’ αγωνισθεί για τις λαϊκές και εθνικές ελευθερίες της…».

Σύμφωνα με τον Κορδάτο: «την πρώτη φορά ήρθε στα 1864 μαζί με τον άλλον επαναστάτη τον Τσιμπριάνι. Η εκθρόνιση του Οθωνα τον ηλέχτρισε. Ηρθε ν’ αγωνιστεί για την ελληνική δημοκρατία. Πήρε κι’ όλας μέρος στις λαϊκές διαδηλώσεις, κι’ έβγαλε για λίγες μέρες κ’ εφημερίδα άκρων δημοκρατικών αρχών την “Indépendance”.
.....

.....

Στο χωριό Γωνιές Μαλεβιζίου, που ήταν τότε έδρα της Γενικής Συνέλευσης της Προσωρινής Διοικήσεως και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Τότε ήταν που η Συνέλευση, με ψήφισμά της 10ης Απριλίου 1868, τον ονόμασε πολίτη της Κρήτης

Στις 30 Απριλίου 1868 η Συνέλευση αποφάσισε να δεχτεί τον Φλουράνς στους κόλπους της και τέσσερις μέρες αργότερα τον όρισε επίσημο πρεσβευτή της απέναντι στο ελληνικό βασίλειο.
.....
Στον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα, με εντολή του πρωθυπουργού Βούλγαρη, ο Φλουράνς συλλαμβάνεται, οδηγείται στην αστυνομία και με παρόντα τον αναπληρωτή γραμματέα της γαλλικής πρεσβείας, ονόματι Γάσπαρη, του ανακοινώνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση και η γαλλική πρεσβεία είχαν συμφωνήσει να τον επιβιβάσουν στο πρώτο πλοίο της γραμμής που θα έφευγε για τη Μασσαλία, ακόμα κι αν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν εναντίον του βία.  Φημολογείται πως ο Γάλλος πρεσβευτής Γκομπινώ είχε ζητήσει την άμεση απέλαση του Φλουράνς, «κατηγορώντας τον ότι ερχόταν και τραγουδούσε επαναστατικά τραγούδια κάτω από τα παράθυρα της πρεσβείας τις νύχτες»
Ο Φλουράνς πράγματι από τα κρατητήρια οδηγήθηκε στον Πειραιά και στις πέντε τα ξημερώματα, φορώντας πάντοτε την κρητική του στολή, επιβιβάστηκε στο γαλλικό πλοίο Γκονταβερύ με προορισμό τη Μασσαλία.