Σελίδες

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Αλατιά/αλατσόδεντρο Ληξουρίου!


...από τα χρόνια του Ομήρου...

Μακριά απ' το κάστρο το καράβι μου στα ξώμερα προσμένει, 
στην πολυδασωμένη Ιθάκη μου, του Οδυσσέα τον τόπο, 
ζητώντας καρπούς του αλατιού, για να 'χει και να αλείφει 
τις χαλκομύτικες σαΐτες του· μα εκείνος του το αρνήστη.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

...σοσιαλιστές εργολάβοι του 1983...

Δημοτικό ραδιόφωνο Τρίπολης, σεισμολόγος Σταύρος Τάσσος
στο τρίτο λεπτό

... Περπατάω στο πεζοδρόμιο στο λιμάνι Ληξουρίου. «Βλέπεις; Δεν έχει πάθει τίποτα» λέει ο μηχανικός Κώστας Λυκούδης. Εργολάβος δημοσίων έργων ο ίδιος, έχει βάλει την υπογραφή του στο συγκεκριμένο πεζοδρόμιο. «Γιατί σ' αυτό το τμήμα έχει προβλήματα;» τον ρωτάω αντικρίζοντας ξαφνικά βαθιές ρωγμές και τα αποσπασμένα κομμάτια. «Αλλος εργολάβος. Μέχρι εδώ ήμουν εγώ».

Σύμφωνα με τον κ. Λυκούδη, ο οποίος ανέλαβε να συντηρήσει κάποια δημόσια κτήρια του Ληξουρίου - τα τμήματα που συντήρησε παρέμειναν στη θέση τους - «αν είχε γίνει σωστή συντήρηση σε όλα δεν θα είχαμε αυτές τις ζημιές»

...
Την ίδια στιγμή στο Ληξούρι οι κάτοικοι «καταγγέλλουν έγκλημα στις εργατικές κατοικίες». Εχουν φτιάξει μια ομάδα για να διεκδικήσουν «όσα έχουμε πληρώσει και μας ανήκουν σε περίπτωση που δεν μας αποδοθούν» λένε. Απορίας άξιο πώς οι μικρές εργατικές μεζονέτες και τα διαμερίσματα έγιναν ερείπια μετά και το δεύτερο σεισμό, ενώ τα σπίτια ιδιωτών που βρίσκονται ανάμεσά τους, στην ίδια γειτονιά, «χαιρέτισαν το σεισμό, μα δεν τόνε παντρευτήκανε», όπως γλαφυρά περιγράφουν οι κάτοικοι.


«Αυτοί ήταν επίγειοι τάφοι. Είναι θαύμα που ζούμε όλοι. Εδώ θυμάμαι - γιατί εγώ τα έχτιζα- έριχνες μια κλοτσιά και έπεφταν μετά το σεισμό του 1983». Ο Διονύσης Γρηγορόπουλος περπατάει στα συντρίμμια του σπιτιού του. Δούλευε τότε περιστασιακά ως οικοδόμος για τον εργολάβο που έχτισε τις εργατικές κατοικίες στην Αμμούσα, πάνω από τον περιφερειακό του Ληξουρίου. «Δεν τα έχτισε μόνο! Ανέλαβε και να τα συντηρήσει μετά το σεισμό! Πήρε τα χρήματα και άφησε τις κακοτεχνίες».


(τώρα επισκευάζουμε ή κατεδαφίζουμε;;)

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Ζωντανά τση Κεφαλονιάς


 από Luke Brown


και πρώτη ζωντανή, πεισματική αντίδραση 

εν είδει ιστορίας του Εγκέλαδου και τση Κεφαλονιάς από τον Δικέλη Βλιχό

http://www.vlahatasamis.gr/vlahata-samis-eidiseis/kefalonitika-nea/item/5989-i-istoria-tou-egkeladou-kai-tsi-kefalonias

λέξεις: σαρτάω (σαλτάρω), κουρλός (κουζουλός), τζετζιλιτά (ευγένεια),
δελέγκου (ντελόγο), συνταοριασμένος(;) , κογιονάρω (κοροϊδεύω)


Ο Εγκέλαδος αιώνια τριγυρίζει την εύμορφη Κεφαλονιά, αλλά εκείνη του αντιστέκεται. Ή μάλλον τον έχει απορρίψει. Στην αρχή, που ήτανε νέος και μυλόρδος, του έριξε δυο-τρεις ματιές. Εκειός ενόμισε πως τση άρεσε. Για τούτο και δεν τση έκανε κακό. Κι εκείνη ανταποκρίθηκε στο δικό του λάγνο βλέμμα. Πάντα τση αρέσανε τα δύσκολα, τα παράξενα και τα πρωτόφαντα. Και οι περιπέτειες. Τα ταξίδια. Ήθελε πολλά να βάλει στο δισάκι του μυαλού της. "Άσε", είπε, "να τονε γνωρίσω. Πολλά μπορώ να μάθω από ευκειόνε. Ας πούμε, πώς ημπορεί να είναι τη μια εδώ και την άλλη εκεί; Τη μια στη Σαντορίνη και την άλλη να σαρτάει ωσάν κουρλός στη Γιαπωνία;"

Αλλά στο πρώτο τους ραντεβού, στο Μύρτο, αιώνες μπριχού ο λογαγός Κορέλι συναντηθεί εκεί με την Πελαγία, εκειός επήε αξούριστος και άπλυτος. Η μπόχα απλώθηκε σε ούλη την ατμόσφαιρα. Και τα ρούχα του; σιδερόφραχτος ήτανε. Δεν επλησιαζόταεν ο Εγκέλαδος.
-Μα γιατί, ωρέ, δεν πλένεσαι, του είπε, βρωμάς. Και σκέφτηκε: "Τι να μάθω από ευκειόνε τον άξεστο, τελικά; Τίποτσι!"
-Έτσι είμαι, εγώ, τση αποκρίθηκε, βγαίνω σούμπιτος από λίμνες με δειάφι και οξέα. Μου αρέσεις. Δεν πρόκεται ποτέε να σε πειράξω.
-Δε σε φοβάμαι, αποκρίθηκε εκείνη. "Ας το προσπεράσω", εσκέφτηκε.
-Πες μου, τονε ρωτάει, για τα μέρη που πας! Τι κάνεις εκεί, τι γλέπεις; γιατί ακούω φωνές, κλάματα και δυστυχίες;
-Τι να σου πω; Δεν ηξέρω, τίποτσι. Εγώ χτυπάω. Τ'ακούς; Εγώ χτυπάω! Κι όποιος δε με δέχεται, τηνε πλερώνει. Μονάχα χτυπάω, γκρεμίζω και χαλάω. Είμαι ο τρόμος!
-Με το μπαρντόν, είναι δυνατόν σήμερις τέτοια πράματα; αποκρίθηκε ατάραχη εκείνη, με ούλη την τζετζιλιτά που είχε. Δε μ' ενδιαφέρεις, άμαθε,άξεστε και αγύρτη σιορ Εγκέλαδε!(είπαμε η τζετζιλιτά). Τίποτσι να μου διδάξεις δεν έχεις! Και δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτσι. Εκειός δεν εκαταλάβαινε από τέτοια και απομακρύνθηκε δελέγκου συνταοριασμένος.
- Εμένανε, έσκουξε, που δε μου αντιστάθηκε καμία, ούτε η Σικελία ούτε η Σιγκαπούρη ούτε η Μάλτα ούτε η Γιαπωνία; Θα γδεις, ωρή, από δω και πέρα, τι θα σου κάμω. Θα σκάψω στα θεμέλιά σου, θ' άνοίξω τάφρους, σε τρεις κολώνες απάνου θα σε έχω, για να ταράζεσαι και να βουρλίζεσαι κάθε τόσο.
Εκείνη τον άκουσε και, είπαμε, με ούλη την τζετζιλιτά που τηνε εδιέκρινε, του πέταξε:
-Εγκέλαδε, δε σε φοβάμαι, η ευμορφιά μου θα σφραγίζει τσι μέρες σου. Κι η εξυπνάδα μου θα ταξιδεύει στους αιώνες, ποιητές θα τηνε τραγουδήσουνε, αιώνιοι ταξιδευτές θα με γνωρίζουνε σε ούλη τη γης, τα τέκνα μου θα στήσουνε σπίτια παντού. Και ξέρεις γιατί; Για να σε ακολουθούμε όπου κι αν χτυπάς. Δε θα σε αφήσουμε ήσυχο.Τα τέκνα μου παντού θα σου δίνουνε απαντήσεις. Κι όταν μας επισκέφτεσαι θα γλεντάμε. Θα σε αμπώνουμε, μέρος δε θα βρίσκεις να χτυπάς!
Χαμογέλασε εκειός κι ένα αυλάκι υδρόθειου φορτωμένο με εκκωφαντικούς ήχους ακατέργαστων νταουλιών πετάχτηκε από τσου χαυλιόδοντές του. Τα μάτια του εκοκκινήσανε και βρουχήθηκε:
-Δε θα σε αφήσω ήσυχη ως τη συντέλεια του αιώνα, γιατί με ντρόπιασες και δε μεθέλεις. Θα 'ρκουμαι κάθε τόσο να σε ταράζω, θα ψάχνω, θα ψάχνω και κάθε φορά θα σε χτυπάω αλλού. Πάντα θα σου ξεφεύγω. Εκεί θα νομίζεις πως θα χτυπάω κι εγώ θα είμαι αλλού.
Κι εκείνη, αλαφιασμένη και παράξενα ωραία, ετίναξε τα μαλλιά της που άφηναν άρωμα ελάτης κι ήτανε σα να ετραγούδησε:
-Καλώς να κοπιάζεις, θα σε τηράω κάθε βολά από την κορφή του Αίνου, εκεί που εσύ δεν μπορείς να φτάσεις. Πόλεμο θέλεις και θα τον έχεις. Σαν την άδικη κατάρα θα γυρνάς στη γη μου απάνω και δε θα βρίσκεις ησυχία. Κάθε επίσκεψή σου θα τελειώνει με μια φυγή. Δική σου φυγή. Ασύντακτη. Εκεί, δυτικά του Ληξουριού, στα άπατα κάθε φορά θα κρύβεσαι. Τα τέκνα μου, ξέρουν, έχουν τη γνώση που δεν έχεις εσύ. Σε περιμένουν και κάθε φορά βγαίνουν πιο δυνατά με εμένα σημαία τους στα σημεία του ορίζοντα.
Κι ήταν η πρώτη φορά που ένα αϊδόνι, ακούγοντας τα λόγια τση Κεφαλονιάς, δεν εφοβήθηκε, άφηκε τρίλιες μουσικές να αντηχήσουνε στον αέρα. Τσι πήρε ένας βοσκός τσι πλαγιές του Αίνου κι έφτιασε το πρώτο μαντολίνο και ετραγούδησε την πρώτη αριέτα που με τη σειρά τση εταξίδεψε ούλους τσου Κεφαλονίτες στα πέρατα τση οικουμένης κι ακόμα παραπέρα. Όπου υπάρχει ο Εγκέλαδος. Για να τονε κυνηγάνε και να τονε κογιονάρουνε!
Κι ένας κοντυλοφόρος του παλιού καιρού, μαθαίνοντας ετούτη την ιστορία που ακούστηκε, μια βροχερή μέρα σ' ένα γκρεμισμένο χάλασμα τσι υπώρειες του Αυγού, δεν εδίστασε καθόλου ν' απαντήσει στο αιώνιο ερώτημα:
Ο Εγκέλαδος ή η Κεφαλονιά; Η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΑΑΑΑ στους αιώνες!!!