Σελίδες

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Τί σοι θέλεις γενέσθαι;Ψυχὴν ἐμὴν ἐρωτῶ (Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ)

(έμμετρη παρουσίαση της ασκητικής  χριστιανικής ψυχολογίας
από τον ποιητή Γρηγόριο Θεολόγο, εμπνευσμένο από Στωικούς και τον Αρχίλοχο,
 "Εἰς τὴν ἑαυτὸν ψυχὴν")


Τί σοι θέλεις γενέσθαι; Τί θέλεις για σένα να γίνει
Ψυχὴν ἐμὴν ἐρωτῶ. Ψυχή μου ρωτώ
Τί σοι μέγ΄ ἢ τί μικρὸν Τί μεγάλο για σένα ή κάτι μικρό
 Τῶν τιμίων βροτοῖσι;  απ' τα πολύτιμα μεταξύ των θνητών;
Ζήτει μόνον τι λαμπρὸν Ζήτα μόνο κάτι λαμπρό
 Καὶ δώσομεν προθύμως. και πρόθυμα θα δώσουμε
Θέλεις τὰ Γύγεώ σοι Θέλεις του Γύγη τ' αγαθά
Τοῦ Λυδίου γενέσθαι, του Λυδού να σου γίνουν
Καὶ δακτύλῳ τυραννεῖν, και με δαχτυλίδι να κυβερνάς
Τὴν σφενδόνην ἑλίσσων, τον κρίκο του στρίβοντας
 Κρύπτουσαν, εἰ κρύπτοιτο, να κρύβει, αν θα μπορούσε να κρύβεται
Φαίνουσαν, εἰ φαίνοιτο; να φανερώνει, αν θα μπορούσε να φαίνεται;
 Θέλεις τὰ Μίδεώ σοι Θέλεις του Μίδα
 Τοῦ πλουσίως θανόντος, που πέθανε πλούσιος,
ᾯ χρυσὸς ἦν τὰ πάντα, για αυτόν χρυσός ήταν όλα
 Χρυσοῦν φέροντα λιμὸν χρυσή φέρνοντας πείνα
 Εὐχῆς δίκην ἀμέτρου;  υπερφίαλης ευχής τιμωρία;
 Θέλεις λίθους διαυγεῖς, Θέλει πετράδια διαυγή,
 Πλάτη τε γῆς λιπώσης, και εκτάσεις εύφορης γης,
 Καὶ ποιμνίων ἀριθμούς, αριθμούς κοπαδιών,
 Βοῶν τε καὶ καμήλων; βοδιών και καμήλων;
 Οὐ ταῦτα δώσομέν σοι· δεν θα σου δώσουμε από αυτά·
Λαβεῖν γὰρ οὐδὲ λῷον,να τα πάρεις δεν είν' καλό
 Ἀλλ΄ οὔτ΄ ἔμοιγ΄ ἀνυστόνμα ούτε για με κατορθωτό
 Ἔῤῥιψα γὰρ μερίμνας,αφού πέταξα τις μέριμνες
 Ἀφ΄ οὗ Θεῷ προσῆλθον. από τότε που προσήλθα στο Θεό.
 Θέλεις θρόνους τε κ΄ ἀρχάς,Θέλεις θρόνους κι εξουσίες
 Καιροῦ φρύαγμα πίπτον, κομπασμό που με το χρόνο πέφτει
 Ἵν΄ αὔριον καθεσθῇς για να κάτσεις αύριο
 Κάτω βλέπων ταπεινόν,κάτω θωρώντας ταπεινό,
Ἄλλου τραχηλιῶντος,άλλο κεφάλι να σηκώνει
 Ὃς ἦν παραστάτης σοι, που σου ήταν βοηθός
 Τυχὸν δὲ καὶ κακῶν τις; ίσως και κάποιος απ' τους άχρηστους;
 Θέλεις γάμῳ δεθῆναι, Θέλεις με γάμο να δεθείς
 Βλακεύμασιν ἀνάγνοις,με βλακώδη κόλπα ανόσια,
 Καιροῖς δὲ συστραφῆναι· και στον καιρό να λυγίσεις
 Θέλεις νόσον γλυκεῖαν,Θέλεις αρρώστεια γλυκιά,
Εὐτεκνίας μέριμναν;  φροντίδα για πολλά, καλά παιδιά
 Εὐτεκνίαν δ΄ ἂν εἴπω  για την ευτεκνία να πω
Δυστεκνία, τί φήσεις;  για την δυστεκνία, εσύ τί θα πεις;
Θέλεις λόγοις βοᾶσθαι,Θέλεις με λόγους να σε επευφημούν
 Καὶ συλλέγειν θέατρα; και να γεμίζεις τα θέατρα;
 Ποθεῖς νόμους πιπράσκειν Ποθείς νόμους να πουλάς
 Οὐκ ἐνδίκοις παλαισμοῖς,με άδικους αγώνες
 Φέρειν τε καὶ φέρεσθαι να άγεις και να άγεσαι
 Πρὸ βημάτων ἀθέσμων; μπροστά σε βάθρα άνομα
Αἰχμὴν θέλεις τινάσσειν, θέλεις δόρυ να τινάζεις
 Πνέων ἀρήϊόν τι, ν' αποπνέεις πολέμου όψη
 Καὶ στέμμα τ΄ ἐξ ἀγώνων,και στεφάνι από αγώνες,
 Θηροκτόνον τε κάρτοςδύναμη ζώα να σκοτώνεις;
 Ποθεῖς κρότους ἐν ἄστει,Ποθείς της πόλης κρότους,
 Καὶ χάλκεος τυποῦσθαι; και χάλκινο να σου τυπώνουν άγαλμα;
 Σκιὰν θέλεις ὀνείρων,Σκιά θέλεις ονείρων,
 Μεταῤῥέουσαν αὖραν,που αλλάζει τη ροή του ανέμου,
 Ροῖζον βέλους ἀνίχνου,σύριγμα βέλους άιχνου,
 Ψόφον χερὸς κροτούσης;ήχο χειροκροτήματος;


Τί γὰρ μέγ΄ εὖ φρονοῦσι  τί λοιπόν ξεχωριστό σκέφτονται σωστά
Τῶν σήμερον μὲν ὄντων,όσοι σήμερα υπάρχουν,
Ἐς αὔριον δ΄ ἀπόντων; και αύριο θα σχολάσουν;
Ὧν καὶ κακοῖς μέτεστιν,σε αυτά και κακοί μετέχουν
Ὧν οὐ συνέρχεταί τι και απ' αυτά κάτι δεν πάει μαζί τους
Ἐντεῦθεν ἐξιοῦσιαπο δω με όσους θα φύγουν;
Τί οὖν; ἐπεὶ τάδ΄ οὐχί, Τί λοιπόν;όταν αυτά δεν θα υπάρχουν,
Τί σοι θέλεις γενέσθαι;Τί θέλεις;
Θέλεις θεὸς γενέσθαι, να γίνεις θεός,
Θεὸς Θεοῦ μεγίστου Θεός Θεού μεγίστου
Παραστάτης φαεινὸς,βοηθός φωταδερός
Σὺν ἀγγέλοις χορεύωνμε αγγέλους να χορεύεις;
Ἴθι, πρόβαινε, ταρσοὺς άντε, πρόβαλε, φτερά
 Ὀξυπτέρου μενοινῆς γοργοφτέρουγης λαχτάρας
Κυκλουμένη πρὸς ὕψος. κυκλοφέρνει κι ανεβαίνει.
Ἐγὼ πτερὸν καθαίρω  Εγώ φτερό το εξαγνίζω
Ἐγὼ λόγοις ἐπαίρω,και με λόγια το υψώνω
Ὡς εὔπτερόν τιν΄ ὄρνιν σαν γοργόφτερο πουλί
Ἐς αἰθέρα προπέμψω.στον αιθέρα θα σε στείλω
Σὺ δ΄, εἰπέ μοι, κάκιστον και συ πες μου άθλιο
Ὧ σαρκίον δυσῶδες, ω σαρκίο βρομερό
Ἐπεὶ συνεζύγην σοι, όταν έμπλεξα με σένα,
Ἡ δεσπότις μαγείρῳ,η αρχόντισσα με δούλο,
Τί σοι θέλεις γενέσθαι,τί θέλεις πια,
Πρὸς τὸ πνοὴν κρατεῖσθαι; για να κρατηθείς στη ζωή;
Οὐ γὰρ πλέον χρεωστῶ,πλέον δεν χρωστώ,
Κἂν πόλλ΄ ἔχειν βιάζῃ ακόμα κι αν πολλά πιέζεις να 'χεις
Θέλεις τράπεζαν εὔπνουν Θέλεις τραπέζι μυρωδάτο
Μύρων τε καὶ μαγείρων μ' αρώματα και μάγειρους
Σοφίσμασιν περισσοῖς; με συνταγές περίεργες;
Καὶ βαρβίτων χερῶν τε και χέρια που παίζουν κιθάρες
Κροτήματ΄ οὐκ ἄνοιστραήχους αισθησιακούς
Ἁβρῶν κλάσεις τε παίδων τρυφερών τσαλίμια αγοριών
Κινουμένων ἀνάνδρως που άνανδρα κουνιούνται
Καὶ παρθένων ἑλιγμοὺς και παρθένων στροφές
Γυμνουμένων ἀθέσμως; που γυμνώνοντ' ανόσια;
Ἃ τοῖς πότοις τυποῦσιν αυτά με τα ποτά κάνουν
Ὅσοι φιλοῦσιν ὕβριν,όσοι αγαπούν τα άκρα,
Τὸν μαινόλην ἑτοίμως τον φρενήρη προθύμως
Ὑποφλέγοντες οἶνον.σιγοκαίοντας οίνο
Ταῦτ΄ εἰ θέλεις παρ΄ ἡμῶν, αυτά αν θέλεις από μας
 Ἔχεις μέν, ἀγχόνην δέ! θα τα χεις μα και αγχόνη μαζί!
 Τοιαῦτα τοῖς ἀπλήστοις τέτοια στους άπληστους
 Ἐγὼ φίλοις πορίζω. εγώ φίλους δίνω.

Οἶκός σε πέτρινός τις Σπίτι πέτρινο εσέ
 Αὐτώροφος καλύπτῃ, αυτόροφο να στέγει
 ῍Η μικρὸν ἔργον ὥρας,ή ολιγόχρονης δουλειάς
 Εἰ δεῖ τι καὶ πονῆσαι. αν χρειαστεί να χτίσεις
 Τὸ δ΄ ἔσθος ᾖ καμήλων το ρούχο σου να 'ν' καμηλότριχο
Τρίχες, νόμῳ δικαίων, ερημιτών αγίων
 ῍Η καὶ δέρος, παλαιᾶς ή και από δέρμα, της αρχαίας
Γυμνώσεως κάλυμμα. γύμνωσης το κάλυμμα,
 Στιβὰς μὲν ἡ τυχοῦσα,στρώμα τυχαίο από
 Ποαὶ, κλάδοι τε θάμνων χόρτα, κλαδιά και θάμνους
 Ἅπλωμα πορφυροῦν τι, πάπλωμα θα 'ν' βασιλικό
 Καὶ συμπόταις ἀταρβέςγια καλεσμένους βολικό.
Τράπεζα δ΄ αὐτόθεν σοι Τραπέζι επιτόπου για σε
 Γλυκὺ πνέουσ΄ ἀνείσθω,γλυκύπνοο ας στρωθεί,
 Ἃ γῆ φίλη δίδωσιν όσα η φίλη δίνει γη
Ἄτεχνα δῶρα πᾶσιν.  δώρα απλά για όλους.
Ἐπεὶ δ΄ ἐθήκαμέν σε κι αφού σε εγκαταστήσαμε
 Καὶ θρέψομεν προθύμως. πρόθυμα θα σε ταΐσουμε
Θέλεις φαγεῖν;  ἔχ΄ ἄρτον. Θέλεις να φας; πάρε ψωμί
Ἔχ΄ ἄλφιτ΄, εἰ παρείη· πάρε αλεύρι αν υπάρχει
 Ἅλες δέ σοι τὸ πέμμααλάτι να 'ναι η σάλτσα σου
Θύμος θ΄ ὃν οὐ μετροῦμεν και θυμάρι αμέτρητο
 Ἀπραγμάτευτον ὄψον· άμοχθο αφέψημα·
Ἔνδεια δ΄ ἄλλο μεῖζον.η έλλειψη τροφής μόνο πιό μεγάλο κακό
Θέλεις πιεῖν; βρύει σοι θέλεις να πιείς; αναβλύζει σου
Ὕδωρ, κρατὴρ ἀείῤῥους,νερό, ποτήρι πάντα τρεχούμενο
Ποτὸν μέθης ἄποιον,ποτό που μέθη δεν προκαλεί
Ἀκλήματον γάνυσμαανάμπελο αγλάϊσμα.
Ζητεῖς δὲ καὶ τρυφᾶν τι; ζητάς τώρα κάτι να καλοπεράσεις;
Μηδ΄ ὀξίνης φθονείσθω.μηδέ ξινόκρασο αρνηθείς.
Ἀλλ΄ οὐ τάδ΄ ἀρκέσει σοι; μα ούτ΄ αυτά σου αρκούν;
 Τετρημένῳ ποθεῖς δὲ και με τρύπιο ποθείς
 Πίθῳ κακῶς ἐπαντλεῖν πίθο αμαρτωλό να αντλείς
 Τὰς ἡδονὰς ἀπλήστως; άπληστα τις ηδονές;
 Ἄλλον πόθει ποριστήν. άλλον πεθύμα πάροχο
 Ἐμοὶ γὰρ οὐ σχολή σε για μένα δεν ειν' παιχνίδι εσένα
 Θάλπειν σύνοικον ἐχθρὸν, να τρέφω συγκάτοικο κι εχθρό
Ἵν΄ ὡς ὄφις κρυμωθείς,με σκοπό σαν φίδι παγερό,
 Θέρμῃ δ΄ ἔπειτα λυθεὶς, με θέρμη αφού λυθείς,
 Ἐγκόλπιός με τρώσῃς,στην καρδιά μου με πληγώσεις,

 Θέλεις δόμους ἀμέτρους,Θέλεις σπίτια ατέλειωτα
 Χρυσωρόφους, γραφῆς τε  χρυσόροφα και γραφής
Καὶ ψηφίδος σοφισμούς,και πένας σοφίσματα,
Κινουμένους σχεδόν τι· σπαρταριστά 
Πλακός τε λάμψιν ἁβρᾶς και λάμψη κομψής πλάκας 
 Ἀντίχροον, πολύχρουν; αντίχρωμη, πολύχρωμη;
Θέλεις περιῤῥέουσαν θέλεις περίβλεπτο
 Ἐσθῆτα τῶν ἀθίκτων,ρούχο από τα αφόρετα
Ἐν δακτύλοις τε πλοῦτον, και στα δάχτυλα πετράδια
Γελώμενόν τε κάλλος καταγέλαστο κάλλος
 Τοῖς σωφρονεῖν μαθοῦσιν,για όσους μάθαν να σωφρονούν
Ἐμοὶ δὲ καὶ μάλιστα  και σε μένα προπαντός
Τί κάλλος ἐστὶν εἴσω; τί κάλλος υπάρχει μέσα μου;
 Τοῖς μὲν κάτω δὴ ταῦτα  με αφορμή τους από κάτω βέβαια τούτα
Ὑμῖν βροτοῖσι φάσκω,για σας τους θνητούς τα λέω
 Οἳ ζῆτε τὸ πρὸς ὥραν,που ζείτε εφήμερα,
 Μηδὲν πλέον βλέποντες. τίποτε πέρα απ' αυτό βλέποντας,
Τοῖς δ΄ εὐγενῶς βιοῦσιν,και σε αυτούς που ζουν ηθικά
 Ἐπαξίως τε μοίρας και αξιόμοιροι της μοίρας
Τῆς ἐκ Θεοῦ κραθείσης εκ θεού της μεμιγμένης
 Τῷ πηλινῷ πάχει μου με το πήλινο (σάρκινο) πάχος μου
 (Σκόπει πένητος ὄγκον),(Βλέπε του φτωχού το καύχος)
 Οἵαν τροφὴν χορηγῶ;τί λογής τροφή να δώσω;
 Δίελθέ μοι φλογώδη Πέρασέ μου φλόγινη
Ρομφαίαν, ὦ θεόφρον. ρομφαία μια, θεόφρονα
 Θείων γενοῦ γεωργὸς θείων γίνε γεωργός
 Φυτῶν Λόγῳ θαλλόντων,φυτών με Λόγο ανθίζοντας
 Ὧν μ΄ ἐστέρησεν ἐχθρὸς από όσα μου στέρησε ο εχθρός
Δι΄ ἡδονῆς συλήσας με ηδονή συλώντας με
Ξύλῳ πάλιν πρόσελθε και με ξύλο πάλι έλα
 Ζωῆς ἀεὶ μενούσης. της ζωής που πάντα μένει
 Ἡ δ΄ ἔστιν, ὡς ἀνεῦρον,και αυτή είν' ως ανακάλυψα
 Γνῶσις Θεοῦ μεγίστου, η γνώση του μέγιστου θεού
Φάους ἑνὸς τριλαμποῦς,του μοναδικού τρίλαμπου φωτός 
Πρὸς ὃν τὰ πάντα τείνει. Σε αυτόν τα πάντα τείνουν
 Οὕτω μὲν αὐτὸς αὑτῷ έτσι για τον εαυτό του
 Πᾶς τις σοφῶν λαλήσει. καθείς απ' τους σοφούς θα μιλήσει
 Ὃς δ΄ οὐ θέλει λαλῆσαι,και όποιος δεν θέλει να μιλήσει
Μάτην βίον παρῆλθεν,μάταια έζησε ζωή,
Εἴ περ μάτην παρῆλθεν,αν βέβαια μάταια πέρασε,
Μὴ σὺν κακῷ μεγίστῳ   μή με το μέγιστο φύγει στο τέλος κακό

1 σχόλιο: