Σελίδες

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Goethes Charonlied - Χαροτράγουδο του Γκαίτε

....
Το καλοκαίρι του 1815 ο Γκαίτε πήγε για λουτρά στη γερμανική λουτρόπολη Βιζμπάντεν, όπου συναντήθηκε και με τον Καποδίστρια. Εκεί συναντήθηκε και με τον Χαξτχάουζεν, ο οποίος είχε ήδη μια αρκετά καλή συλλογή από ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα χέρια του, που τα είχε συλλέξει από ανθρώπους της υπαίθρου. Ο Γκαίτε - και άλλοι – τον προτρέπουν να τα εκδώσει. Μάλιστα ο Γκαίτε δημοσίως, μέσω του περιοδικού Kunst und Altertum, Τέχνη και Αρχαιότητα. Παρά ταύτα, ο Χαξτχάουζεν καθυστερεί και αρκείται στην κυκλοφορία τους σε αντίγραφα, από χέρι σε χέρι λογίων. Η επίσημη αιτιολογία του είναι ότι δεν είχε τις απαραίτητες φιλολογικές και εθνολογικές γνώσεις για να σχολιάσει και να αναλύσεις αυτά τα αριστουργήματα της λαϊκής τέχνης. Έτσι, και με την αναγγελία της έκδοσης της συλλογής των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Γάλλου Κλωντ Φωριέλ, η συλλογή Χαξτχάουζεν σταμάτησε να ενδιαφέρει και δεν είδε το φως της δημοσιότητας παρά μόνο το 1935. 
Τότε ο Γκαίτε κάνει μια συγκέντρωση στο σπίτι του στη Φρανκφούρτη, όπου καλεί φίλους του, επιφανείς ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ήταν τότε της μόδας τα λεγόμενα «φιλολογικά σαλόνια»  που είχαν ξεκινήσει από την Γαλλία. Το περίεργο, όμως, με το κάλεσμα του Γκαίτε ήταν το κάλεσμα των ζωγράφων, που έκανε τους ανθρώπους των Γραμμάτων να απορήσουν. Οι απορίες λύθηκαν, όταν μίλησε ο Γκαίτε και τους είπε ότι τους φώναξε για να τους μιλήσει για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Όπως είχε γράψει και στον γιο του, Αύγουστο, στις 15 Ιουνίου 1815, το βρίσκει «τόσο λαϊκό, αλλά και τόσο δραματικό, τόσο επικό και τόσο λυρικό, που αντίστοιχό του δεν υπάρχει στον κόσμο». Κάτι παρόμοιο είχε πει και στους λογίους του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, το φθινόπωρο του 1815: «οι εικόνες του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού είναι εκπληκτικές. Φανταστείτε να βάζει δυο βουνά να μαλώνουν μεταξύ τους. Φανταστείτε έναν αετό να μιλάει με το κομμένο κεφάλι του κλέφτη. Φανταστείτε ένας κλέφτης να λέει να του κόψουν το κεφάλι, για να μην το πάρουν οι Τούρκοι, αλλά και να μην το πουν στην αρραβωνιαστικιά του. Αλλά σας αφήνω τελευταίο το κορυφαίο τραγούδι, τους είπε, και τους διάβασε - σε μετάφραση βέβαια στα γερμανικά - το ελληνικό παραδοσιακό μοιρολόι «Ο Χάρος με τους αποθαμένους»:
Γιατί 'ναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά; Μήνα βροχή τα δέρνει; 
Ούδ' άνεμος τα πολεμά κι ουδέ βροχή τα δέρνει.
Μόνο διαβαίνει ο Χάροντας καβάλα στ' άλογό του.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, οι νέοι γονατίζουν
και τα μικρά παιδόπουλα με χέρια σταυρωμένα:
«Κόνεψε, Χάρο, σε χωριό, κόνεψε καν σε βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοι να λιθαρίσουν
και τα μικρά παιδόπουλα να μάσουνε λουλούδια».
«Όχι, χωριά δεν θέλω εγώ, σε βρύσες δεν κονεύω,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ' αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν»…




Πράγματι, το απόσπασμα αυτό είναι τόσο τραγικό και τόσο λεπτομερές συνάμα. Δίνει το σκηνικό-πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εκτυλιχτεί το δράμα («μαύρα βουνά, δαρμένα από ανέμους και βροχές»), περνά το κορυφαίο ενεργειακό στοιχείο του, ο αρχαίος  Χάρων με τους αποθαμένους, κι αρχίζει ο υπερβατικός διάλογος, ο οποίος κορυφώνει την τραγωδία. Κι ενώ όλο το λογοτεχνικό δημιούργημα είναι στην σφαίρα της «ποιητικής αδείας», κλείνει με το πιο ρεαλιστικό δίστιχο: Την ανίκητη δύναμη του πάθους και του πόθου.
Ο Γκαίτε, λοιπόν, εξομολογήθηκε πως τον συνεπήραν αυτές οι εικόνες και κάλεσε τους ζωγράφους για να τους τις διαβάσει και να τις ζωγραφίσουν. (Γιώργου Λεκάκη Ελληνικό δημοτικό τραγούδι και Επανάσταση του 1821)


wikimedia - Künstler Karl  Leybold
πρώτο βραβείο


wikimedia - Künstlerin Luise Duttenhofer

~~~~

 
ηπειρώτικο τσάμικο από τα Τζουμέρκα
Κώστας Γεροδήμος, κλαρίνο Θωμάς Χαλιγιάννης

Γιατί 'ναι μαύρα τα βουνά
γιατί 'ναι ανταριασμένα;
Βλέπουν το Χάρο να 'ρχεται
καβάλα στ' άλογό του.

Σέρνει τους νιούς απ΄ τα μαλλιά
τους γέρους απ΄ τα γένια
σέρνει και τα μικρά παιδιά
στο άλογο καβάλα.


Ψαραντώνης, ριζίτικο
Γιάντα 'ναι μαύρα τα βουνά...
...κι οι νιοί να παίξουν βόλι,
και τα καημένα τα μωρά λουλούδια να μαζέψουν...

~~~~

...των βουνών τα ύψη γιατί τόσο μαύρα;
από πού του νέφους το κύμα;...


Die Bergeshöhn warum so schwarz? woher die Wolkenwoge?
Ist es der Sturm, der droben kämpft, der Regen, Gipfel peitschend?
Nicht ist's der Sturm, der droben kämpft, nicht Regen, Gipfel peitschend;
Nein, Charon ist's, er saust einher, entführet die Verblichnen;
 Die Jungen treibt er vor sich hin, schleppt hinter sich die Alten;
Die Jüngsten aber, Säuglinge, in Reih gehenkt am Sattel.
Da riefen ihm die Greise zu, die Jünglinge, sie knieten:
»O Charon, halt'! halt' am Geheg, halt an beim kühlen Brunnen!
Die Alten da erquicken sich, die Jugend schleudert Steine,
Die Knaben zart zerstreuen sich, und pflücken bunte Blümchen.«
»Nicht am Gehege halt ich still, ich halte nicht am Brunnen;
Zu schöpfen kommen Weiber an, erkennen ihre Kinder,
Die Männer auch erkennen sie, das Trennen wird unmöglich.«


Was sind die Berge doch so schwarz und steh'n in Trauerkleidern
Ist's, weil der Sturmwind sie bekämpft? Weil sie zerschlägt ein Regen? 
Nein, es bekämpft kein Sturmwind sie, zerschlägt sie auch kein Regen: 
 Der Charon zieht darüber hin mit einer Schar von Todten. 
Er treibt die Jungen vor sich her und hinterdrein die Greise
 Und an dem Sattel angereiht hat er die zarten Kinder. 
Es bitten ihn die Greise wol, es flehn ihn wol die Jungen: 
O lieber Charon, halt am Dorf! Halt an der kühlen Quelle
Auf daß die Greise trinken gehn, die Jungen Diskus werfen 
Und dann die kleinen Kinderchen sich schöne Blumen pflücken
 Ich halte an dem Dorfe nicht, nicht an der kühlen Quelle;
Die Mütter, die nach Wasser gehn, erkennten sonst die Kinder,
Und Mann und Weib erkennten sich und wollten sich nicht trennen


Wie gar so schwarz die Berge sind und stehn so welk und traurig!
 Ist's wohl der Wind, der sie bekriegt? Ist's Regen, der sie peitschet
's ist nicht der Wind, der sie bekriegt, nicht Regen, der sie peitschet, 
Der Charon  ist's, der geht vorbei, mit den verstorbnen Seelen
Er führt die Jungen vor sich her, die Alten nach sich ziehend,
Und dann die kleinen Kinderchen, am Sattel festgebunden
Es stehen ihn die Alten an, und all die Jungen knien
Mein Charos nun kehr' ein im Ort, kehr' ein am kühlen Quelle
Daß trinken Alten aus der Fluß, mit Steinen Jungen spielen, 
Und dann die kleinen Kinderchen aufsammeln sich die Blümchen, 
Und nicht im Orte kehr ich ein und nicht am kühlen Quelle, 
Am Wasser kämen Mütter her, erkennten ihre Kinder, 
Es kennten Eheleute sich, und Scheidung gäb es nimmer.

(Johann Matthias Firmenich-Richartz)


Warum sind schwarz die Berge dort und stehen da so düster? 
Ob wohl der Sturm mit ihnen kämpft? ob sie der Regen peitschet? 
Nicht kämpft der Sturm mit ihnen jetzt, nicht peitschet sie der Regen: 
Nein, Charos ist's, der über sie mit den Verstorb'nen ziehet
Die Bursche führet er von vorn, und hinter sich die Greise
Die zarten Kindlein hat er fest am Sattel angereihet.
Es bitten, fleh'n die Greise ihn, die Bursche knieen nieder
Mein Tod dem Dörflein lenke zu, der Quelle auch, der kühlen. 
Auf daß die Greise trinken dort, die Bursche Diskus spielen
Und froh die kleinen Kindelein sich dorten Blümchen pflücken
Nein, nicht dem Dörflein lenk' ich zu, noch auch der kühlen Quelle, 
Die Mütter holen Wasser dort, erkennen ihre Kinder, 
Und es erkennt sich Mann und Weib, dann kann ich sie nicht trennen.


~~~~




Why stand the mountains black and sad,  their brows enwrapped in darkness? 
Is it a wind that buffets them, is it a storm that lashes
No, 'tis no wind that buflets them,  nor 'tis no storm that lashes; 
But 'tis great Charos passing by and the dead passing with him. 
He drives the young men on before, he drags the old behind him, 
And at his saddlebow are ranged the helpless little children.
The children cling and cry to him, the old men call beseeching:
Good Charos, at some hamlet halt, halt at some cooling fountain
There let the young men heave the stone, the old men drink of water
There let the little children go agathering little posies
No, not at hamlet will I halt, nor yet at cooling fountain,
Lest mothers come draw water there and know their children
Lest wife and husband meet again and there be no more parting.



(από την γερμανίδα ευρυθμίστρια Lory Maier-Smits
που σημαίνει ότι πιθανόν να παρουσιάστηκε ως μουσικό δρώμενο 

The rocky heights — why sudden black? whence come these cloudy masses? 
Is it the storm that battles there,  rain flailing at the mountain? 
'Tis not a storm that battles there, nor rain flailing the mountains, 
No, it is Charon charging by with hosts of the departed;
The younger ones he drives before, the old he drags behind him
The youngest, though, the infants hang from saddle bow in garlands
The aged cry to him to halt, the youths, they kneel before him
O Charon, hold on by the ledge, pause by the cooling fountain!
The old ones would refresh themselves, the young toss stones about them
The tender lads would scatter wide, to cull them wreaths of flowers.
- I cannot pause beside the hedge, nor linger by the fountain
The women come for water there, they 'll recognize their lost ones
The men would know their children too, none could endure the parting.

~~~~

(Le refus de Charon  Η άρνηση του Χάρου
Claude FaurielΚλωντ Φωριέλ)

Pourquoi sont noires les montagnes? pourquoi sont-elles tristes?
 Serait-ce que le vent les tourmente? Serait-ce que la pluie les bat?
Ce n'est point que le vent les tourmente; ce n'est point que la pluie les batte
 C'est que Charon passe avec les morts
Il fait aller les jeunes gens devants, les vieillards derrière
et les tendres petits enfants rangés de file sur sa selle.
 Les vieillards prient, les jeunes gens suplient:
O Charon, fais halte près de quelque village, au bord de quelque fraîche fontaine,
 les vieillards boiront, les jeunes gens joueront au disque,
et les tout petits enfants cueilleront des fleurs.
Je ne fait halte près d' aucun village au bord d' aucune fraîche fontaine,
les mères qui viendraient chercher de l' eau reconnaitraient leurs enfants, 
les maris et les femmes se reconnaitraient et il ne serait plus possible de les séparer.
...και στέκουν ανταριασμένα;
από φόβο μήπως...

Pourquoi les montagnes sont noires et se dressent embuées ?
De peur que le vent les attaque, de peur que la pluie les frappe ?
Mais ni le vent ne les attaque et ni la pluie ne les frappe,
c'est juste Charon qui traverse avec les trépassés.
Il traîne les jeunes par devant, les vieux à la suite,
les tendres enfants alignés sur sa selle.
Les vieillards supplient et les jeunes s'agenouillent
et les petits enfants joignent les mains :
« - Cher Charon, passe par un village, arrête-toi à une fontaine fraîche,
pour que les vieux boivent l'eau, que les jeunes jettent des pierres,
et que les petits enfants cueillent des fleurs.
- Si je passe par un village et par une fontaine fraîche,
les mères viennent pour l'eau, elles reconnaissent leurs enfants,
les couples se reconnaissent et de séparation ils n'ont pas. »

17 σχόλια:

  1. πολύ μ' αρέσει που οι περισσότερες μεταφράσεις (μια ματιά έρριξα, πρέπει να ξανάρθω - είπαμε, είσαι μεν θησαυρός αλλά μάς βάζεις πολλές ώρες μάθημα - :))) ) είναι λοιπόν ποιητικές μεταφράσεις, προσπαθούν να δώσουν μια ιδέα δλδ έστω τού ρυθμού (αν όχι και τού μέτρου - που *μία* τουλάχιστον μού φάνηκε ότι φιλοδοξεί να το πλησιάσει)

    όχι σαν κάτι "δικούς μας" εδωπέρα που αδειάζουν λήμματα λεξικών πάνω στο χαρτί με τη σειρά... (είμαι επιπλέον θυμωμένη σήμερα δλδ, γιατί έχω κάτι πρόσφατο...)

    ευχαριστίες, Μιχάλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. :-) Το πρώτο του Γκαίτε ακολουθεί τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με λειψό πόδα στο τέλος,
      αλλά και τα υπόλοιπα δύο γερμανικά μετά από κάποιες μικροδιορθώσεις :-), όπως

      Το δεκαεφτασύλλαβο του Χαξτχάουζεν
      Daß trinken die Alten aus der Fluß,
      die Jungen mit Steinen spielen

      το έκανα
      Daß trinken Alten aus der Fluß,
      mit Steinen Jungen spielen


      Του Μύλλερ το
      Nein, ich halt' an dem Dorfe nicht,
      στο ομαλότερο Ich halte an dem Dorfe nicht

      με τατά, τατά, ρυθμικά απαγγέλλονται νεράκι :-)

      Διαγραφή
    2. αμ, έτσι πες μου, ότι έβαλες και το χεράκι σου :)

      όντως, τατά πάνε! (από μια γρήγορη ματιά που ξαναέρριξα μού κάνει πάντως εντύπωση ότι "προσαρμόζονται" στον δεκαπεντασύλλαβο ευκολότερα τα γερμανικά και τα αγγλικά (το δεύτερο μ' αρέσει περισσότερο...), και σχεδόν καθόλου τα γαλλικά!)

      Διαγραφή
    3. Μπορεί να βρούμε κανένα ελληνογερμανό βαρύτονο να μας τα τραγουδήσει :)

      Διαγραφή
  2. Πώς ταξιδεύουν οι ψυχές και οι ζωές μας, πες μου
    Στις όχθες του Αχέροντα και στις πνοές του ανέμου.

    Ποια μοίρα φέρνουν τα νερά, ποια μυστικά κρυμμένα
    Ποια θάλασσα σε αγκαλιά τα έχει φυλαγμένα.


    Λες να υπάρχουν σε κανένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Γερμανίας, της Αγγλίας ή της Γαλλίας αυτές οι εκδόσεις;

    Άριστη δουλειά. Μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Στίχοι: Γιώργος Αθανασόπουλος
      ...
      Ο Χάρος βαρκάρης είναι πιο ήπιος
      από τον Χάρο μαύρο καβαλάρη...
      ...
      Να 'ναι καλά η Γκουγκλ που αφήνει
      να ρίχνουμε ματιές στα βιβλία της

      Διαγραφή
  3. "Death draws his pictures after life": http://www.flickr.com/photos/bjacques/sets/72157622788821689/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. 1814, Thomas Rowlandson - nature and truth are not at strife - death draws his pictures after life

      reminded me of Epicurus: Death does not concern us, because as long as we exist, death is not here. And when it does come, we no longer exist.

      Διαγραφή
  4. Απόλυτη απουσία χριστιανοσύνης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ...την ψυχή δεν την παραλαμβάνει ο Χάρος. Χάρος δεν υπάρχει. Είναι αποκύημα της φαντασίας των έκτος της μάνδρας του Χριστού ευρισκομένων ανθρώπων. Την ψυχή του αδελφού παραλαμβάνουν άγιοι άγγελοι προκειμένου να την οδηγήσουν στον Παντοκράτορα και Πανοικτίρμονα Θεό για να Τον προσκυνήσει. αυτή είναι η πίστη μας. Και όποιος πιστεύει στο Χάρο δεν πιστεύει στο Χριστό. Όποιος πιστεύει στον Κύριό της Δόξης ξέρει ότι φύλλο φθινοπωρινό δεν πέφτει από το δένδρο αν δεν το επιτρέψει ο Θεός. Ναι. Χάρος δεν υπάρχει. αυτόν ας τον αφήσουμε στα παραμύθια και στις δοξασίες των παγανιστών.

      Προλήψεις και δεισιδαιμονίες
      γύρω απο τόν θάνατο

      Διαγραφή
    2. Σταράτες κουβέντες, που γεννούν όμως την απορία αν αυτός που τις έγραψε δέχεται το Ψυχοσάββατο.

      Διαγραφή
  5. Απαντήσεις
    1. Κι αυτός έχει μεταφράσει το τραγούδι του Χάρου: Ὁ Χάρος καὶ αἱ Ψυχαῖ.

      Διαγραφή
    2. Ευχαριστώ, τον πρόσθεσα. Έμαθα και ότι το λατινογενές γερμανικό Bursche εκ του ελληνικού βύρσα, σημαίνει αγόρι, νέος, φοιτητής, κ.α.

      Διαγραφή
    3. Κοίτα ρε παιδάκι μου, ακόμα και το χρηματιστήριο (bourse) ελληνικής προέλευσης λέξη είναι! Τζιροπούλεια παρετυμολογία: απ' το ελληνικό «βύρσα», διότι εκεί σού γδέρνουν το τομάρι ή διότι κάποιοι εκεί μέσα είναι τομάρια.

      Διαγραφή
  6. Απαντήσεις
    1. Ενδιαφέρον, ας μνημονεύσουμε και το όνομα του ελληνιστή γραμματέα του, Friedrich Wilhelm Riemer, που βοήθησε τον Γκαίτε στη μετάφραση των Neugriechisch-epirotische Heldenlieder (Νεοελληνικών ηπειρώτικων ηρωικών τραγουδιών)

      Διαγραφή