Σελίδες

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Πού 'σουν Κατερίνα μου;/Kuzum Katerina mu/ Cevriye/ Elenke/ Stana + (ετυμολογία του κουζουλού)

(1936) music/lyrics by Panayotis Toundas/premiered by Stelios Perpiniadis
Rebetiko Group ' Asiderotoi ', ' The Rough-Dry Ones ' in Frankfurt, 2011.

...Aman my Katerina, kuzum my Katerina

...Aman min Katerina
flicka (girl) Katerina
+
....Aman Katerinani
tyttö (girl) Katerinani
(finnish transl.)
 by Markus Torssonen
or
eng. alas, sw. ack, fin. voi
Do Europeans, outside Southeast Europe, know the meaning of aman?
..........
Διάλεξα το θεατρικό, ποζερίστικο βίντεο από τους Ασιδέρωτους, για ένα ακόμη λόγο, γιατί οι Τούρκοι μας έβαλαν τα γυαλιά στο παρακάτω βίντεοκλιπ. Τέτοιο κινηματογραφικό τραγούδι, όπως και άλλα δημοτικά και ρεμπέτικα, και να μην το έχουμε σκηνοθετήσει;- Η τηλεοπτική σκηνοθεσία τραγουδιών ενδιαφέρεται μόνο για τα τρέχοντα σουξέ, που μετά από λίγο, ποιός θα τα θυμάται;  το αρχείο του Υπουργείου Τουρισμού;
(1994) band: Yeni Türkü, lyrics: Cengiz Onural music: Panayotis Toundas

Κελαηδιστά φτάνει η φωνή της
στη γωνιά της ταβέρνας.
Ένας ερωτιάρης κύριος που (λέει)
Ah Cevriye güzel hanım
Αχ Τζεβριγιέ, όμορφη κυρά
ήδη επιτόπου είμαι ερωτευμένος.

Aman Cevriye Hanım, kuzum Cevriye canım
Αμάν Τζεβριγιέ κυρά, πουλί μου, Τζεβριγιέ ψυχή μου
Güzel gözlerin aklıbaşımdan aldı, hey!
Τ' όμορφο των αματιών σου, το μυαλό μ' από το κεφάλι μ' πήρε, νά!
Ah yok mu işvelerin, şarkılı güzel sesin
Αχ, μήπως τα νάζια σου, η τραγουδιστή όμορφη φωνή σου
Kestane gözlerin beni dertlere saldı
το καστανό των ματιών σου, σε ντέρτια μ' έβαλε.

Κάθε πράγμα (που 'κανε) γίνεται
προς αναζήτηση εραστών
Στο μαγγάλι κεφτέδες
τσουρουφλίζει εκεί την καρδιά μου πολύ
Απελπισμένος εραστής σου είμαι εγώ

Aman Cevriye Hanım, kuzum Cevriye canım
Güzel gözlerin aklımı başımdan aldı hey
Ah yok mu işvelerin, şarkılı güzel sesin
Kestane gözlerin beni dertlere saldı.

(My dear Elenka), Northwestern Bulgarian polyphonic folk song
by Trio Bulgarka

Снощи съм минал, кузум Еленке, Снощи съм минал
Пред ваще порти, кузум Еленке, пред ваще порти.

Не ги ли найде, кузум Еленке, не ги ли найде?

Не ги намерих, лудо и младо, Мама ги найде.

Куга ги видиш, кузум Еленке, куга ги видиш,
За мен си спомнай, кузум Еленке, за мен си спомнай.

—Την νύχτα που πέρασε, Λενιώ μου,
κοντά στις πόρτες σου ήμουν.
Εκεί φλογέρες έχασα, τα χάλκινα καβάλια μου.
Μην τα βρες, Λενιώ μου;
—Δεν τα 'βρα, άμυαλο παλικάρι, η μάνα μου τα 'βρε,
και τα βαλε σε πολύχρωμα σεντούκια για δώρα μου.
—Όταν τα βλέπεις, Λενιώ μου, να με θυμάσαι.


Southern Serbian folk song from Vranje by Izvor group

Šetnala se, džanum, kuzum Stana,
lele, šetnala se kuzum Stana,
gore dole, džanum, po čaršiju,
lele, gore dole po čaršiju.
Izgubila Stana kovan đerdan,
lele, izgubila kovan đerdan.

Βγήκε, ψυχή μου, για περίπατο, πουλί μου, η Στάνα
όφου, πάνω, κάτω, ψυχή μου, στο τσαρσί, στην αγορά.
Και έχασε, όφου, το γιορντάνι που 'χε πλεγμένο, έχασε.

Tuj se šeta, džanum, mlado Turče,
lele, tuj se šeta mlado Turče.
"Ti tuj prođe, džanum, ti ga nađe,
lele, ti tuj prođe, ti ga nađe."
"Nesam, Stano, džanum, Bog mi duša,
lele, nesam, Stano, Bog mi duša.

Αυτήν τριγυρίζει , ψυχή μου, νεαρό τουρκόπουλο,
όφου, την τριγυρίζει νεαρό τουρκόπουλο.
—Εσύ πέρασες, εσύ το βρήκες!
 —Δεν είμαι εγώ, Στάνα, τζάνεμ, ο Θιός στην ψυχή μου,
όφου, δεν είμαι εγώ (που σ' το πήρα)

Da se kunem, Stano, ne veruješ,
lele, da se krstimće se smeješ.
Ako sam ti, Stano, našja đerdan,
lele, ako sam ti našja đerdan,
kako njega, Stano, da se vijem,
lele, oko tvoje belo grlo?"

Αν με καταραστώ, Στάνα, που δεν με πιστεύεις,
όφου, χριστιανός να βαφτιστώ, θα γελάσεις.
Κι αν μόνος, Στάνα, σου το βρω
  πώς να το τυλίξω
γύρω από τον άσπρο σου λαιμό;
........
Πριν δω πως οι Τούρκοι γράφουν 'aman kuzum, aman yavrum', έτσι νόμιζα κι εγώ, σαν τον Μάρκο τον Φινλανδό, πως κουζούμ σημαίνει κορίτσι, kız/kızım, επειδή δεν μπορούμε να προφέρουμε το  κλειστό οπίσθιο μη στρόγγυλο φωνήεν, άλλοτε γράφουμε χατίρι (hatır), τσιράκι (çırak), άλλοτε τζάνεμ (canım), σεκλέτι (sıklet), καλντερίμι kaldırım, άλλοτε σοβά (sıva), κι άλλοτε καλούπι (kalıp), βακούφι (vakıf), τσαρούχι (çarık) και τσιφούτης (çıfıt).

kuzum dear, honey; my dear fellow; my dear boy, chuck, my lovey/dovey, (πουλί/πουλάκι μου)
kuzucuk (αρνάκι), kuzucuğum (αρνάκι μου)
kuzu dolması (αρνί ντολμά, κουζού ντολμά, γεμιστό με ρύζι) roast lamb stuffed with rice.
kuzu incikκουζού ιντζίκlamb shankαρνίσιο κότσι
kuzu çevirmek  to roast a lamb on a spit. (στριφογυρίζω αρνί ψητό)
kuzu gibi like a lamb, σαν αρνί,
 (child) who's as good as gold. καλό παιδί, αρνάκι.
 sweet-tempered, mild-mannered, gentle, meek, lamblike; inoffensive. (φρόνιμος σαν αρνάκι άκακο, τον έκανα αρνάκι)
kuzu kuzu without so much as a word of protest; sweetly and docilely. "Işte kuzu kuzu geldim", Ιδού, σιγά-σιγά, σαν πρόβατο, αρνάκι ήρθα.
kuzu postuna bürünmek (for a guilty or vicious person) to act as if he's as innocent or as gentle as a lamb. ("αρνί τυλίγεται για δέρμα", μας το παίζει αρνί, κάνει την αθώα περιστερά)  kuzu derisi lambskin. (προβατόδερμα)

Εκεί που λέμε, λοιπόν, εμείς "πουλί, πουλάκι μου", όπως το πήραμε από τους Ρωμαίους, meus pullus/pullulus, mi pulle/pullule, (ΠΙΕ συγγενές με το foal και πῶλος, πουλάρι, αρχαίο χαϊδευτικό για κορίτσια), οι Τούρκοι δεν λένε kuşkuşumkuşcukkuşcuğum (αν το πουν κατά κανόνα αναφέρονται σε πτηνό και όχι σε άνθρωπο, παρομοίως και koyunum, koyuncuğum, πρόβατο, προβατάκι μου) αλλά kuzum, kuzucuğum "αρνί, αρνάκι μου". Αυτά προς γενική, πατροπαράδοτη χρήση, δεν αναφερόμαστε σε σπανιότερα και νεότερα προσαγορευτικά στοργής και οικειότητας, όπως αητέ μου, περιστέρα μου, αρκουδάκι μου, γατούλα και γατούλη μου...

Υ.Γ.

Τα kuzulu (έγκυος προβατίνα), kuzuluk (υποτακτική γλυκύτητα), kuzulaşmak (γίνομαι πράος σαν αρνί, αρνεύγομαι), kuzulamak (γεννώ αρνί, μπουσουλώ) δεν έχουν καμία νοηματική σχέση με το κρητικό κουζουλός, τρελός, όπως προτείνει ο Τριανταφυλλίδης "με πέρασμα της σημασίας στο αρνί που κάνει παλαβά πηδηματάκια". Παλαβά πηδηματάκια κάνουν τα κατσίκια, ενώ η λέξη απαντάται στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου (1553-1614): Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο, σήμερο κάνω απόφαση, και κουζουλό σε κρίνω (Α160) Ωσά ζαβός και κουζουλός, πάντά 'στεκε κ' εθώρει τον τόπο όπου επορεύγετον η πλουμισμένη Κόρη (A1057) Γιά δέ', Παιδί μου, είς κουζουλός πόσα μπορεί να φέρει! Γρίκησε μιaν αποκοτιά κι αδιαντροπιά μεγάλη του Πεζοστράτου του λωλού (Γ1022), καθώς και στον Κατσούρμποβλέπω κουζουλή πως είσαι (A215), του Χορτάτζη (1545–1610). Το τελευταίο επιχείρημα αποκλείει οποιαδήποτε τουρκική γλωσσική ανάμιξη προ του 1669. Για τον ίδιο λόγο που το γλακώ, πιθανότερο ἐκ + λακάω, (κι ώστε να φεύγω να γλακώ Α1200 Ερωτ.), αποκλείεται να προέρχεται από το oğlak, κατσικάκι, αιγόκερως, κι ας κάνει γλακηχτά πηδηματάκια.

Παρομοίως, απίθανα μοιάζουν τα κουτσός, κουτσουλός του Κριαρά και κυπριακή κούζα (άωτη στάμνα) του Ανδριώτη. Πιθανότερος ο συμφυρμός του κουλός (κυλλός, ανάπηρος) + ζουρλός (venetzurlòn, ανόητος, it. zurlare, zurlo, τρελή χαρά, esser in zurlo, esser allegro e festoso, to be in a merry pinzurlare, σουλατσάρω, από το μεσαιωνικό, κυπριακό σβουρλός, σβουρίζομαι ή lat. surire, to be in lust, heat), που έχουν προτείνει οι Στέφανος Ξανθουδίδης και Γεώργιος Πάγκαλος, αν δεν κρύβεται ως πρώτο συνθετικό το con + zurlo, ή κουλόζαλoς (που κάνει κουλά ζάλα) κατά τον Πιτυκάκη. (πηγή για το κουλόζουρλός: Αντώνιος Ξανθινάκης, που θεωρεί, παρόλαυτά, πιθανότερο το kuzulu του Τριανταφυλλίδη). Κατά τον Στυλιανό Αλεξίου, από τα βενετικά cogionóncogliòn, βλάξ (it. coglione), ή cucciolón/ cucciolone, κούταβος, "νέος άμυαλος", παραθέτοντας τον τύπο κοχλός (Φορτουνάτος Β391, Δ 427) και (Στάθης Γ381) ή κοθλός κατά νεότερη έκδοση, ως προγενέστερο, παράλληλο τύπο του κουζουλός.

4 σχόλια:

  1. τελικά κούζουμ ή πούσουν
    λέει ο ασιδέρωτος?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ...δεν δείχνει και η κάμερα
    τα χείλη του να δούμε...

    στο ρεμπέτικο γουίκι, πάντως, "που 'σουν" γράφει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Από πού ετυμολογείται το σουλατσάρω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. σουλατσάρω, περιφέρομαι, από το ιταλικό sollazzare (διασκεδάζω)
    και αυτό από το λατινικό solatium (παρηγοριά)
    ΠΙΕ ρίζα *sel- "σε καλή διάθεση"
    ελληνικό αντίστοιχο, ἱλαρός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή