Σελίδες

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Летят Журавли /Letyat Žuravlî - Πετούν Γερανοί


Мне кажется порою, что солдаты, Μου φαίνεται καμιά φορά οι στρατευμένοι
С кровавых не пришедшие полей, στους ματωμένους δίχως γυρισμό αγρούς,
Не в землю эту полегли когда-то, στη γη δεν είναι πια θαμένοι,
А превратились в белых журавлей. μα μεταλλάχτηκαν σε άσπρους γερανούς


Они до сей поры с времен тех дальних  από καιρό και εποχή πια μακρινή
Летят и подают нам голоса. πετούν και μας αφήνουν μια φωνή
Не потому ль так часто и печально μήπως γιαυτό με καημό
Мы замолкаем, глядя в небеса? σιωπούμε βλέποντας τον ουρανό;


Летит, летит по небу клин усталый - πετά, πετά στα νέφαλα το σμάρι κουρασμένο
Летит в тумане на исходе дня, πετάει στην ομίχλη και στην έξοδο της μέρας
И в том строю есть промежуток малый  και στη γραμμή του είναι, ένα μικρό κενό·
Быть может, это место для меня! να 'ναι μήπως η θέση αυτή για μένα!


Настанет день, и с журавлиной стаей θα 'ρθει μέρα με γεράνειο κοπάδι
Я поплыву в такой же сизой мгле, θα κολυμπώ κι εγώ στο γλαυκένιο νεφάδι
Из-под небес по-птичьи окликая κι απ' τον ουρανό με πουλιά θα καλώ
Всех вас, кого оставил на земле. όλους εσάς που άφησα στη γη εδώ.


The_Cranes_Are_Flying (film 1957) by Mikhail Kalazotov
(google video/youtube 1:30', αγγλικοί υπότιτλοι) («Όταν πετούν οι γερανοί»)

Zhuravli (song 1968)
(poem Rasul Gamzatov, music Yan Frenkel, singer Mark Bernes)

Στα ελληνικά από το Γιάννη Ρίτσο και τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά σε δίσκο του 1977
μπορείτε να τ' ακούσετε από το blog Sobreviendo, που είδα σήμερα
και έγινε η αφορμή για τη μετάφραση.

Υ.Γ.
και εδώ ακούτε ένα τραγουδάκι που λέει στον Борис η белка, η σκιουρίνα, η Вероника,


Журавлики-кораблики    γερανοί και καράβια
Летят под небесами,      πετούν υπό τους ουρανούς
И серые, и белые,       και γκρίζα και άσπρα
И с длинными носами.      και με μεγάλες μύτες
- Нравятся стишки?     -  σ' αρέσουν οι στίχοι;
- Очень содержательные      - πολύ βαθυστόχαστοι.

 (όλο το ρωσικό κείμενο της ταινίας εδώ)

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Δαμαίου Θεσσαλονικέως πρός Όσιριν


Makedonia (Mygdonia) — Thessalonike — bef. end 2nd c. BC
ἔνθα περιπλώεις σὺ κατ’ ἀστεροφεγγέα νύκτα
Ἀλλ’, ἄνα, Φυλακίδῃ τε καὶ υἱέϊ καλὸν ὀπάξοις
σφωΐτερομ μακάρωμ μήποτε λῆστιν ἔχειν.
         (Δαμαίου)

Για σένα τούτο· το τέμενος έχτισαν· Άγιε Όσιρι,
μέσα τρεχούμενα νερά σε λάρνακα κοιλόγλυπτη,
όπου αρμενίζεις την αστρόφεγγη νυχτιά,
την ποθητή την Ίσιδα ορίζεις στη χαρά.
Σύ πρώτος απ' όλους υλοτόμησες πλοία
και με καλόξυστα κουπιά στον Άδη έκαμες πορεία,
αλλ' άνακτα στο Φυλακίδη και το γιό,
να φέρεις δώρο δόξας λαμπρό · μα νἀν' και ακίνδυνο,
με σκοπό κάποιος θνητός,
βλέποντας τα, την ψυχή του να στηρίζει,
και των δυό μακαριστών
ποτέ μη λησμονήσει.
(Δαμαίου)

((πιθανόν ο νικητής ποιητὴς προσοδίου
Δαμαῖος Ἡγησάνδρου Μακεδὼν ἀπὸ Θετταλονίκης
στα Μούσεια των Θεσπιών Βοιωτίας (ca. 146-95 BC))
(Roesch, IThesp 167


              Η μεγάλη διάδοση των εσχατολογικών απόψεων στον μακεδονικό χώρο κατέστησε σχεδόν αυτονόητη την εισαγωγή της λατρείας των Αιγυπτίων θεών από τον 3ο αι. π.Χ., καθώς μέρος της ουσίας αυτών των θεών ήταν οι θεωρίες για λύτρωση στη μετά θάνατο ζωή. Πολύ πρώιμα διαδόθηκε και στη Μακεδονία η λατρεία Αιγυπτίων θεών, παρά τις όχι καλές σχέσεις των Αντιγονιδών με τους Πτολεμαίους. Τη λατρεία έφεραν ιδιώτες Έλληνες από την Αλεξάνδρεια ή Αιγύπτιοι έμποροι, που έρχονταν με τις οικογένειές τους για μόνιμη εγκατάσταση σε ελληνικές πόλεις. Ιερό για τους Αιγυπτίους θεούς ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη πιθανότατα τον 3ο αι. π.Χ. –το λεγόμενο Σαραπείον (Sarapeum)– και παρέμεινε ενεργό μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. (από ό,τι διαβάζω στο Metrothessalonikis.com/ ήταν κοντά στην πλατεία Δημοκρατίας και ανακαλύφθηκε το 1920)

              Ανάμεσα στους λατρευόμενους Αιγυπτίους θεούς στη Μακεδονία ήταν και ο Όσιρις. Θεός της βλάστησης, ανασταινόταν όταν αποσύρονταν τα νερά του Νείλου και πρασίνιζαν τα χωράφια και πέθαινε μόλις η χλόη ξεραινόταν.
      Ως βασιλεύς των νεκρών, οδηγούσε τους ανθρώπους στην αληθινή μακαριότητα, όταν αυτοί απέβαλαν το σώμα τους –όσο βρίσκονταν στη ζωή είχαν τις ψυχές τους φυλακισμένες στα σώματα με αποτέλεσμα να βασανίζονται από τα πάθη και να μην μπορούν να χαρούν το θείον (Πλούταρχος, Περί Ίσιδος και Οσίριδος).
          Σε ποίημα (125-100 π.Χ.) του Θεσσαλονικέα ποιητή Δαμαίου, που αποτελείται από πέντε ελεγειακά δίστιχα και σώζεται σε πλάκα στο Σαραπείον, ο Όσιρις εμφανίζεται ως χθόνιος θεός. Ο αδελφός του, Σηθ (Set) τον σκοτώνει και τον διαμελίζει, βάζει τα μέλη του σε λάρνακα και τη ρίχνει στα νερά του Νείλου. Μετά από καιρό η Ίσιδα βρίσκει τη λάρνακα και ανασταίνει τον σύζυγο και αδερφό της.
περισσότερα στο
(και ελληνικά)

          Reinhold Merkelbach, "Zwei Texte aus dem Sarapeum zu Thessalonike", (1973) discusses two inscriptions published by Charles Edson in his "Inscriptiones Graecae X" (Berlin 1972) [...] In the second line speaks of "an elegant chest which carries water", where the word ναμοφόρον is a hapax legomenon. It is explained by Merkelbach as referring to the sacred pitcher which holds the holy water of Osiris [...] Very strangely he interprets λάρναξ here as "eine heilige Barke". It is rather the funerary chest, as mentioned by Plutarch [...] In line 3, allusion is made to the voyage of Osiris and Merkelbach rightly connects it with the periplous of the god mentioned in the Canopus decree. He goes on to see a reference to the "Navigium Isidis" (πλοίο της Ίσιδας) but the calendrical equation is not convincing, although the ship of Osiris can be equated with the ship of Isis and the ancient Neshmet barque. In line 4, Osiris is said "to make the beloved Isis rejoice" and the following couplet lauds Osiris as the inventor of ship-building and navigation—a distinction hitherto reserved, as Merkelbach points out, for Isis.
           Another striking feature is that Osiris voyages κατ' ἀστεροφεγγέα νύκτα, under the starry-bright night. This suggests that a festival of Lamps (Lychnapsia, Λυχναψία) is involved and it recalls the episode described in the Egyptian texts at Dendera. That is the month of Koiak (~December) and does not suit the date of the PloiaphesiaΠλοιαφέσια/ Navigium Isidis (5th March) [...]


Egyptologist John Gwyn Griffiths through 
"Google Isis Book, 349-350" ISBN 9004042709

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

"Raise the Scarlet Standard High" and Oktobersong

Το πρώτο τραγούδι "The Red Flag" γράφτηκε το 1889 από τον Ιρλανδό Jim Connell και έγινε ο ύμνος των Εργατικών Κομμάτων της Βρετανίας και Ιρλανδίας. Αν και ο ίδιος ήθελε οι στίχοι του να ακολουθούν το σκοπό του Σκωτσέζικου White Cockade, όπως εδώ, συνήθως ψάλλεται κατά το Tannenbaum, (Ω Έλατο). Το δεύτερο, από την Ανατολική Γερμανία και το συγκρότημα Oktoberklub σε στίχους Peter Hacks. Σκηνές απ' την ταινίες του 1981, Reds και Οχτώβρης, 1928, του Eisenstein.

The people's flag is deepest red / του λαού η σημαία είναι κατάβαθα κόκκινη 
It shrouded oft our martyred dead, / σκέπασε συχνά τους μάρτυρες νεκρούς μας
And ere their limbs grew stiff and cold,/ και πριν τα μέλη τους γίνουν άκαμπτα, κρύα
Their hearts' blood dyed its every fold./ το αίμα της καρδιά τους έβαψε καθε πτυχή
Then raise the scarlet standard high./  σηκώστε λοιπόν την κόκκινη σημαία ψηλά
Within its shade we live and die,/ στη σκιά της ζούμε και πεθαίνουμε
Though cowards flinch and traitors sneer, /παρόλο που δειλοί τινάζονται πίσω και προδότες χλευάζουν
We'll keep the red flag flying here. / θα την κρατήσουμε εμείς να ανεμίζει εδώ
Look round, the Frenchman loves its blaze/ Δες γύρω, ο Γάλλος αγαπάει τη φλόγα της
The sturdy German chants its praise,/ ο στιβαρός Γερμανός τραγουδά τον έπαινό της
In Moscow's vaults its hymns were sung/ Στης Μόσχας τους θόλους ύμνοι της ψάλλονταν
Chicago swells the surging throng. /Και το Σικάγο φουσκώνει τ' ανερχόμενο πλήθος
(chorus)
It waved above our infant might, / κυμάτισε πάνω από την παιδική μας δύναμη
When all ahead seemed dark as night; /όταν όλα μπροστά φαίνονταν σαν μαύρη νυχτιά
It witnessed many a deed and vow, / Μαρτύρησε πράξεις πολλές και όρκους
We must not change its colour now. /Δεν πρέπει να αλλάξουμε το χρώμα της τώρα
(chorus)
It well recalls the triumphs past, /  θυμίζει επίσης το παρελθόν των θριάμβων
It gives the hope of peace at last; /και δίνει ελπίδα για ειρήνη στο τέλος
The banner bright, the symbol plain, /το λάβαρο λαμπρό, το σύμβολο λιτό
Of human right and human gain. /του ανθρώπινου δίκιου και ανθρώπινου κέρδους
(chorus)
It suits today the weak and base, /ταιριάζει σήμερα στους αδύναμους και χαμερπείς
Whose minds are fixed on pelf and place / που τα μυαλά τους είναι καρφωμένα στο χρήμα και τη θέση
To cringe before the rich man's frown, /να λουφάζουν μπρος απ' του πλουσίου την κατήφεια
And haul the sacred emblem down. / και να ρίχνουν το ιερό έμβλημα κάτω
(chorus)
With head uncovered swear we all / με κεφάλι ξέσκεπο ας ορκιστούμε όλοι
To bear it onward till we fall; /να την κρατάμε μπρος μέχρι να πέσουμε
Come dungeons dark or gallows grim, / ας έρθουν φυλακές σκοτεινές ή κρεμάλες σκληρές
This song shall be our parting hymn / το τραγούδι αυτό θα είναι ο αποχαιρετιστήριος μας ύμνος


 Da hab'n die Proleten Schluss gesagt / Τότε οι εργάτες τέλος είπαν
und die Bauern: es ist soweit. / και οι αγρότες: ήρθε η ώρα
Und hab'n den Kerenski davongejagt/και τον Κερένσκι κυνήγησαν
und die Vergangenheit. /και το παρελθόν

 Und das war im Oktober, / και αυτό γινόταν τον Οχτώβρη
als das so war, / τότε γινόταν 
in Petrograd in Russland, /στην Πετρούπολη στη Ρωσία
im siebzehner Jahr. /στο δέκατο έβδομο έτος
Da hat der Soldat das Gewehr umgewandelt, /Τότε  ο στρατιώτης το όπλο μετάλλαξε
da wurd' er wieder Prolet. / ξανάγινε εργάτης,
Worauf sehr schnell vom Krieg abstand / γιαυτό πολύ γρήγορα από τον πόλεμο αποχώρησαν
Und das war...

 Da hatte der Muschik den Bauch nicht voll, /Και ο μουζίκος το στομάχι δεν είχε γεμάτο
und da las er dann ein Dekret, /και διάβασε τότε ένα διάταγμα
daß der das Korn jetzt fressen soll, /ότι όποιος το στάρι τώρα να φάει πρέπει
der auch das Korn abmäht. /ο ίδιος επίσης να το θερίζει

Und das war ...


Die Herrn hab'n durchs Monokel geguckt / Οι κύριοι από ματογυάλι κοιτούσαν
und haben die Welt regiert. /και τον κόσμο διοικούσαν
Und eh' ein Matrose in die Njewa spuckt, /και πριν ένας ναύτης στο Νέβα φτύσει,
war'n sie expropriiert. / ήταν αυτοί απαλλοτριωμένοι
(οι κύριοι έχασαν την περιουσία τους/ Decree on Land)
The term appears as "expropriation of expropriators (ruling classes)" in marxist theory, and also as the slogan "Loot the looters!", very popular during Russian October Revolution. (wiki)

Und das war ...

 Und der dies' Lied euch singen tat, / και όποιος το άσμα αυτό σας τραγούδησε
lebt in einer neuen Welt. / ζει σε ένα νέο κόσμο
Der Kumpel, der Muschik, der rote Soldat /ο ανθρακωρύχος, ο μουζίκος, ο κόκκινος φαντάρος
hab'n die euch hingestellt. / τον έχουν για σας οργανώσει

και η στροφή μετα το 1989

Wieder können die Herren die Welt regieren / ξανά μπορούν οι κύριοι τον κόσμο να κυβερνούν
Und sie tun es mit eiserner Hand / και το κάνουν με σιδερένιο χέρι
Doch sie werden auch diesen Kampf verlieren / όμως θα χάσουν και αυτόν τον αγώνα
Wenn wir unsere Stärke erst erkannt (werden haben)/ όταν εμείς τη δυνάμη μας πρώτα θα 'χουμε  γνωρίσει


Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

White Cockade - Άσπρη Κονκάρδα (Σκώτιον άσμα)



My love was born in Aberdeen, / Η αγάπη μου γεννήθηκε στο Αμπερντήν
The bonniest lad that ever was seen;/ το καλύτερο παιδί που 'χετε δει
But now he makes our hearts full sad -/ μα τώρα μας κάνει την καρδιά μαντάρα
He 's taken the field with his White Cockade./ στον πόλεμο πάει μ' άσπρη κονκάρδα

O, he's a ranting, roving blade! αψίθυμο, περίπλανο αγόρι
He is a brisk an' a bonny lad!/ ζωηρό, καλόκαρδο παιδί
Betide what may, I will be glad,/ ας γίνει ό,τι θέλει, εγώ θα 'μαι ευτυχισμένη
And follow the lad wi' the White Cockade!/ και θα κλουθώ το αγόρι με την άσπρη του κονκάρδα

I'll sell my rock, my reel, my tow,/ θα πουλήσω ρόκα, τυλιγάδι και στουπί
My guid gray mare and hawkit cow,/ την καλή γκρίζα φοράδα και την μπάλια αγελάδα
To buy myself a tartan plaid, / να αγοράσω μια σκωτσέζικη στολή
To follow the lad wi' the White Cockade./ να κλουθώ το αγόρι με την άσπρη του κονκάρδα

O, he's a ranting, roving blade!
He is a brisk an' a bonnie lad!
Betide what may, I will be glad,
And follow the lad wi' the White Cockade!

+ τη στροφή απ' εδώ

Oh leeze me on the philabeg / Ω τρελλαίνομαι για φουστανέλα
The hairy hough and gartened leg; / τριχωτή ιγνύα και καλτσόδετο ποδάρι
But aye the thing that blinds my ee, / μα πάντα το πράμα που το μάτι μου θαμπώνει
The white cockade aboun the bree./ ειν' η  άσπρη η κονκάρδα αποπάνω από το φρύδι

(Bonnie prince)

από το συγκρότημα "The Corries" και τον εθνικό ποιητή της Σκωτίας Robert Burns (1759 –1796).
Η "Άσπρη Κονκάρδα" ήταν σύμβολο των Ιακωβιτών, των οπαδών του Ιακώβ Β', (James II), τελευταίου καθολικού μονάρχη στη Βρετανία.

According to a tradition widely honored in New England, when the colonial militias moved down from Punkatasset Hill to confront the British troops at Concord’s North Bridge on April 19, 1775, they marched to a tune called “The White Cockade.”  If indeed they did, it was a bold taunt of defiance.  “The White Cockade” was a traditional Scottish tune that celebrated the attempt by “Bonnie Prince Charlie” to reclaim the throne of Britain for the House of Stuart.   During the 1745 Jacobite uprising, the Bonnie Prince plucked a white rose and placed it on his bonnet as a symbol of rebellion.    Long afterward, the famous Scottish poet Robert Burns recalled the scene with a line of lyrics he set to the tune in 1790: “He takes the field wi’ his White Cockade.” (White Cockade: A Jacobite Air at the North Bridge? by D. Michael Ryan, Historian)

Υ.Γ.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Σπείρα_Σπείρα_Χορικά Ευριπίδη (Τρωάδες, Εκάβη)

Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης
Μελοποίηση: Στέφανος Κόκαλης
Ερμηνευτές: Σπείρα-Σπείρα
(Τρωάδες 1060-1080)
..........................................

οὕτω δὴ τὸν ἐν Ἰλίῳ
ναὸν καὶ θυόεντα βωμὸν
προὔδωκας Ἀχαιοῖς, ὦ Ζεῦ,
καὶ πελάνων φλόγα
σμύρνης αἰθερίας τε καπνὸν
καὶ Πέργαμον ἱερὰν
Ἰδαῖά τ᾽ Ἰδαῖα κισσοφόρα νάπη
τὰν καταλαμπομέναν
ζαθέαν θεράπναν.
.........................................
στους Αχαιούς παράδωσες ω Δία
της Τροία τον ναό
και τον βωμό των θυσιών
και το θυμίαμα του λιβανιού
και τον καπνό της σμύρνας τον αιθέρα
και της ακρόπολης τα τείχη τα ιερά
της Ιδάς τις πλαγιές με τον κισσό
που τις πλουμίζουν
πλούσια τα χιόνια που λιώνοντας
αφήνουνε τον ήλιο
πρώτος να φτάσει στην κορφή
στην ολόφωτη των θεών κατοικία


φροῦδαί σοι θυσίαι χορῶν τ᾽
εὔφημοι κέλαδοι κατ᾽ ὄρφναν
τε παννυχίδες θεῶν,
χρυσέων τε ξοάνων τύποι
μέλει μέλει μοι τάδ᾽ εἰ φρονεῖς, ἄναξ, οὐράνιον ἕδρανον ἐπιβεβὼς
αἰθέρα τε πτόλεως ὀλομένας,
ἃν πυρὸς αἰθομένα κατέλυσεν ὁρμά
Ματαίως οι θυσίες, ματαίως,
οι τρυφεροί κελαηδισμοί στο χοροστάσι,
ματαίως οι ολονυκτίες στα πανηγύρια των θεών ματαίως, οι λιτανείες των εικόνων ματαίως,
τα δώδεκα ιερά των Φρυγών φεγγαρόφωτα.
Αχ να ξερα, αχ να ξερα, βασιλιά του ουρανού,
ποιές είναι οι βουλές σου, σαν κάθεσαι
στο θρόνο σου στη μέση του αιθέρος, 
τί σκέφτεσαι για την πόλη που χάνεται,
για τη φωτιά που όρμησε και φούντωσε
και τη ρημάζει; ματαίως.


So then you have delivered into Achaea's hand, O Zeus, your shrine in Ilium and your fragrant altar, the offerings of burnt sacrifice with smoke of myrrh to heaven uprising, and holy Pergamos, and glens of Ida tangled with the ivy's growth, where rills of melting snow pour down their flood, a holy sun-lit land that bounds the world and takes the god's first rays!


Gone are your sacrifices! gone the dancer's cheerful shout! gone the vigils of the gods as night closed in! your images of carven gold are now no more;  and Phrygia's holy festivals, twelve times a year, at each full moon, are ended now. It is this, it is this that fills me with anxious thought whether you, lord, seated on the sky, your heavenly throne, care at all that my city is destroyed,  a prey to the furious fiery blast.

(Translated by E. P. Coleridge)


(Εκάβη 444-470)
..............................
πού θα με πας, πού θα με πας;
την άμοιρη.
|: Αύρα, αύρα θαλασσινή
που τα γοργα ποντοπόρα πλοία
αύρα, αύρα θαλασσινή
πάνω στης τρικυμίας αρμενίζεις τον αφρό :| ~~
 Σε ποιό παλάτι τάχα την άγκυρα θα ρίξω της σκλαβιάς μου ή μήπως στα αλμυρά νερά με τα κουπιά χτυπώντας με αράζεις την εξόριστη σε σπίτια που θα μπω γονατιστή σε κείνο το νησί που πρώτος φύτρωσε ο φοίνικας κι η δάφνη κι ύστερα πέταξαν για χάρη της Λητώς, τους ιερούς βλαστούς, τα τέκνα της αγάπης του Διός που τα θωρεί και αγάλλεται.
(αύρα, αύρα θαλασσινή...) ~~
Μήπως θα κατοικήσω σκλάβα στην πόλη της Παλλάδας Αθηνάς  που τη λαμπρύνουν άμαξες ωραίες
ή μήπως θα κεντώ με το πλουμί και το μαργαριτάρι
το κροκωτό το πέπλο της θεάς και πάνω του θα ιστορώ
πουλάρια με τη χαίτη στο ζυγό
(αύρα αύρα θαλασσινή...
πού θα με πας;) ...... Μελοποίηση: Νίκος Κολλάρος ........
αὔρα, ποντιὰς αὔρα,
ἅτε ποντοπόρους κομίζεις
ποῖ με τὰν μελέαν πορεύσεις; 
τῷ δουλόσυνος πρὸς οἶκον 
κτηθεῖσ᾽ ἀφίξομαι; ἢ
Δωρίδος ὅρμον αἴας;
ἢ Φθιάδος, ἔνθα τὸν
καλλίστων ὑδάτων πατέρα
φασὶν Ἀπιδανὸν πεδία λιπαίνειν;
~~
πεμπομέναν τάλαιναν, 
οἰκτρὰν βιοτὰν ἔχουσαν οἴκοις,
ἔνθα πρωτόγονός τε φοῖνιξ 
δάφνα θ᾽ ἱεροὺς ἀνέσχε
ἄγαλμα δίας; σὺν Δηλιάσιν τε 
κούραισιν Ἀρτέμιδος θεᾶς
χρυσέαν ἄμπυκα τόξα τ᾽ εὐλογήσω; ~~
ἢ Παλλάδος ἐν πόλει
ἐν κροκέῳ πέπλῳ
ζεύξομαι ἆρα πώλους 
ἢ Τιτάνων γενεὰν
τὰν Ζεὺς ἀμφιπύρῳ κοιμίζει
O breeze, breeze of the sea, that wafts swift galleys, ocean's coursers, across the surging main! Where will you bear me, the sorrowful one? To whose house shall I be brought, to be his slave and chattel?  to some haven in the Dorian land, or in Phthia, where men say Apidanus, father of fairest streams, makes fat and rich the soil? Or to an island home, sent on a voyage of misery by oars that sweep the brine, leading a wretched existence in halls where the first-created palm and the bay-tree put forth their sacred  shoots for dear Latona, a memorial of her divine birth-pains? and there with the maids of Delos shall I hymn  the golden head-band and bow of Artemis, their goddess? Or in the city of Pallas, the home of Athena of the lovely chariot, shall I then upon her saffron robe yoke horses, embroidering them on my web in brilliant varied shades, or the race of Titans, put to sleep by Zeus the son of Cronos with bolt of flashing flame?